|
ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΕΡΑ ΧΩΡΙΟΥ ΚΑΙ ΝΗΣΟΥ
|
|
|
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
H εκπαίδευση στα παλιά χρόνια
Όσο πιο παλιά ανατρέξει κάποιος για να πάρει πληροφορίες σχετικά με την εκπαίδευση στο νησί μας, τόσο διαπιστώνει την έλλειψη πηγών και πληροφοριών. Οι παλαιότεροι κάτοικοι της περιοχής αναφέρουν το όνομα κάποιου Σταυρινού, που είχε ζευγάρι από βόδια για την καλλιέργεια της γης, αλλά παράλληλα μάθαινε και γράμματα στα παιδιά των χωριών μας. Μια πληροφορία θέλει τους μαθητές των δυο κοινοτήτων μας να πηγαίνουν στο γειτονικό χωριό της Αγίας Βαρβάρας, για να μάθουν λίγα γράμματα. Το πρώτο ή ένα από τα πρώτα κτίρια που χρησίμευσαν για να στεγάσουν τους πρώτους μαθητές του Δημοτικού σχολείου, φέρεται το παλιό σπίτι του Κωστήπαπα, με δάσκαλο κάποιο Διάκο από το Στρόβολο. Αυτό πρέπει να τοποθετηθεί στα τέλη του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα. Στα 1909-10 αναφέρεται ένας δάσκαλος με 52 μαθητές (42 παίδες και 10 κόραι). Διδάσκονταν όλα τα μαθήματα, ακόμα και άλγεβρα. Το σχολείο λειτουργούσε ως αλληλοδιδαχτικό, δηλαδή οι μαθητές των μεγάλων τάξεων έκαναν μάθημα στους μικρότερους. Οι δάσκαλοι, στα παλιά χρόνια, πληρώνονταν από την κοινότητα και έχαιραν μεγάλης εκτίμησης μαζί με τον ιερέα και τον κοινοτάρχη του χωριού, γιατί ήταν ίσως και οι μόνοι που διέθεταν μια σχετική μόρφωση. Οι μαθητές αγόραζαν τα βιβλία και τα άλλα χρειώδη για το σχολείο. Παρά τις άθλιες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες της τότε εποχής, φαίνεται ότι οι κάτοικοι εκτιμούσαν το ρόλο της Παιδείας και έστω και για λίγα χρόνια έστελλαν τα παιδιά τους για να μάθουν τα στοιχειώδη γράμματα, τουλάχιστον μέχρι την τρίτη τάξη του δημοτικού. Δημοτικό σχολείο λειτούργησε επίσης και στο σημερινό σπίτι του Στενή, στη Νήσου, όπου φοιτούσαν μαζί οι Νησιώτες και οι Περαχωρίτες, όπως και στο σπίτι του Νικολή του Κάττου. Ένα άλλο σχολείο αναφέρεται ότι λειτούργησε στην περιοχή όπου σήμερα βρίσκονται τα κτίρια της Σ.Π.Ε. Πιο γνωστό είναι το σχολείο που λειτούργησε στον κτιριακό χώρο του παλιού αθλητικού συλλόγου, του “Ερυθρού Αστέρα”. Δίπλα υπήρχε μικρή αίθουσα, που χρησίμευε σαν σπίτι του δασκάλου. Εκεί φοιτούσαν και Τουρκοκύπριοι οι οποίοι οι οποίοι μάθαιναν και ελληνικά. Κατά καιρούς τα σχολεία ήταν μικτά και άλλοτε ξεχωριστά. Ονόματα παλιών δασκάλων αναφέρονται, μεταξύ άλλων, εκείνα των Θεοδωρίδη (Γιάλλουρου), Πάπυρου, Γιαπανά, Πασιαττή από τον Κάμπο, γνωστοί εκτός των άλλων και για την αυστηρότητά τους. Δυστυχώς χρησιμοποιούσαν απαράδεκτες μεθόδους πειθαρχίας, που έφταναν σε σημεία βαριάς σωματικής κάκωσης. Επίσης πέρασαν από τις κοινότητές μας οι δασκάλες Αντιγόνη και Καλομοίρα. Σημαδιακό γεγονός για την εκπαίδευση στις κοινότητές μας αποτελεί το κτίσιμο του A' Δημοτικού. Ο Θεόδουλος Κόλοκος πούλησε για το ποσό των 200 λιρών το χώρο που είναι σήμερα χτισμένο το Α' Δημοτικό σχολείο. Κτίστηκε από φημισμένους Καϊμακλιώτες οικοδόμους-τεχνίτες στο μέσο του 20ού αιώνα (1950-1952). Από τότε φοιτούν σε αυτό μαθητές και από τις δυο κοινότητες. Μελετώντας κανείς τα παλιά βιβλία επιθεωρήσεων των δημοτικών σχολείων αντλεί σημαντικές πληροφορίες για την κοινωνικοοικονομική κατάσταση της εποχής εκείνης. Στα χέρια μας έχουμε τρία τέτοια παλιά βιβλία. Το παλαιότερο αρχίζει από το 1906. Ο επιθεωρητής στις αναφορές του έδινε σημασία στην καθαριότητα, το σχολικό κτίριο, τα έπιπλα, τις σχολικές ανάγκες σε βιβλία και άλλα μέσα καθώς και στη φοίτηση των μαθητών. Στις περισσότερες εκθέσεις αναφέρεται και στην επίδοση των μαθητών στα διάφορα μαθήματα. Οι επιθεωρήσεις γίνονταν 2-3 φορές το χρόνο. Ο αριθμός των μαθητών δεν ήταν σταθερός καθόλη την σχολική χρονιά, γιατί αρκετοί μαθητές αποσύρονταν πριν τελειώσουν μια τάξη ή εγγράφονταν νέοι στο μέσο της χρονιάς. Ο αριθμός των μαθητών που έμεναν στάσιμοι ήταν σημαντικός και μάλιστα σε όλες τις τάξεις ( παράδειγμα σχολική χρονιά 1914 - 1915, εγγεγραμμένοι μαθητές 67, απροβίβαστοι 23 ( 14 I, 3 ΙΙ, 2 ΙΙΙ, 4 ΙV ). Όπως προαναφέρθηκε, οι αιτίες ήταν η πολύ κακή οικονομική κατάσταση των κατοίκων, όχι μόνο των κοινοτήτων μας αλλά ολόκληρης της Κύπρου. Οι γονείς ήταν φυσικό να ενδιαφέρονται περισσότερο για εργατικά χέρια παρόλο που οι περισσότεροι αντιλαμβάνονταν την αξία των γραμμάτων. Από τις παρατηρήσεις των επιθεωρήσεων φαίνεται ότι ουδέποτε ήταν όλοι παρόντες. Ειδικά κατά τους καλοκαιρινούς μήνες οι απουσίες ήταν πολλές και ο επιθεωρητής τις δικαιολογούσε γιατί ήταν η εποχή του θερισμού. Απ’ αυτό συνάγεται ότι, όταν οι γονείς είχαν διάφορες γεωργικές ασχολίες, άφηναν τα παιδιά τους εκτός σχολείου για να τους βοηθήσουν. Εξετάζοντας επίσης τους αριθμούς των εγγεγραμμένων μαθητών, μπορεί κάποιος να παρατηρήσει ότι τα κορίτσια που φοιτούσαν στο δημοτικό σχολείο ήταν κατά πολύ λιγότερα από τα αγόρια, γιατί οι γονείς τους τα άφηναν σπίτι να προσέχουν μικρότερα παιδιά, να κάνουν τις δουλειές του σπιτιού αλλά ακόμα και η νοοτροπία που επικρατούσε την εποχή εκείνη, ότι δηλαδή η γυναίκα δε χρειαζόταν να ξέρει γράμματα. Μελετώντας τις επιθεωρήσεις αυτές, αξίζει να σημειωθούν κάποια στοιχεία που δημιουργούν απορίες για το χρόνο λειτουργίας των σχολείων. Για παράδειγμα: έχουμε επιθεώρηση στις 9 Ιουλίου 1908, στις 31 Δεκεμβρίου 1912, στις 10 Iουλίου 1914. Δεν υπάρχουν δηλαδή τακτικά διαστήματα των επιθεωρήσεων. Μάλιστα από το 1908 πέρασαν τέσσερα χρόνια για την επόμενη. Πολλές φορές το σχολείο έμενε κλειστό για πολλές μέρες, γιατί ήταν άρρωστος ο δάσκαλος. Κάποτε έμεινε κλειστό γιατί υπήρχε επιδημία ιλαράς. Κατά την επιθεώρηση της 9ης Οκτωβρίου 1914 αναφέρεται και το πιο κάτω:
“Δέον να γίνη έναρξις του μαθήματος της Υγιεινής και Ευτυχούς Γεωργού”.
Από το παλαιότερο βιβλίο που καλύπτει τις χρονιές 1909 - 1926, παρόλο που φέρει τον τίτλο «Σχολείον Πέρα Χωρίου», φαίνεται ότι φοιτούσαν μαζί μαθητές και από το Πέρα Χωριό και από τη Νήσου. Το δεύτερο βιβλίο, που φέρει τον τίτλο «Δια το σχολείον» από το 1926 μέχρι το 1936 αναφέρεται μόνο στη Νήσου. Από το 1936 και μετά αναφέρει ότι τα σχολεία Πέρα Χωριού και Νήσου αποτελούσαν σύμπλεγμα.
Από το 1909 μέχρι 1936 αναφέρεται μόνο ένας δάσκαλος με απολαβές Λ.Κ. 22,00 μέχρι Λ.Κ. 85,00. Από το 1937 έχουμε δυο δασκάλους, από το 1942 έχουμε και τρίτο δάσκαλο, ενώ από το 1957 έχουμε και τέταρτο δάσκαλο.
Αριθμοί μαθητών - Δεν υπάρχουν στοιχεία Σημείωση: Με το πέρασμα του χρόνου βλέπουμε ότι οι μαθήτριες που φοιτούν είναι περισσότερες από τους μαθητές.
Tο οχτατάξιο σχολείο Ένα σημαντικό κεφάλαιο στην εκπαίδευση μέσα στις κοινότητές μας ήταν η δημιουργία του Οχτατάξιου το 1969. Όπως αναφέρει και το όνομά του, περιλάμβανε 7η και 8η τάξη σαν συνέχεια του δημοτικού. Εκτός από τα μαθήματα του δημοτικού, δίνονταν μαθήματα ειδίκευσης, όπως μαθήματα κηπουρικής, ξυλουργικής, μεταλλοτεχνίας και μηχανικής αυτοκινήτων. Για το τελευταίο μάλιστα ερχόταν ειδικός δάσκαλος. Κάλυπτε τις ανάγκες πολλών χωριών της περιοχής και συγκεκριμένα μπορούσαν να φοιτήσουν μαθητές από τον Κόρνο, Σιά, Μοσφιλωτή, Αλάμπρα, Λυθροδόντα, Μαθιάτη, Αγία Βαρβάρα, Λύμπια, Ποταμιά, Δάλι και Πέρα Χωριό - Νήσου. Η φοίτηση ήταν δωρεάν και έτσι φοιτούσαν μαθητές άποροι, που δεν μπορούσαν να πληρώσουν στα γυμνάσια. Μπορούσαν επίσης να φοιτήσουν μαθητές που δεν πέρασαν τις εξετάσεις για φοίτηση σε γυμνάσια. Έτσι οι δάσκαλοι του Οχτατάξιου, μέσα στα πλαίσια αυτά, γύριζαν τα χωριά, για να διαπιστώσουν ποιοί μαθητές δεν πέρασαν στα γυμνάσια, για να τους πείσουν να φοιτήσουν. Παρόλα αυτά όμως αρκετοί από τους μαθητές αυτούς διέπρεψαν στη ζωή τους ως γιατροί, ηθοποιοί κ.ά. Για τη στέγαση του Oχτατάξιου χρησιμοποιήθηκαν διάφορα σπίτια, όπως το σπίτι του Ζαχαριάδη, του Αμερικάνου και το σπίτι του Δήμου Ιορδάνου από το Λυθροδόντα, στο δρόμο Πέρα - Χωριού Ιδαλίου. Tο Oχτατάξιο λειτούργησε μέχρι το 1975. Οι δάσκαλοι που δίδαξαν ήταν τα αδέλφια Κυριάκος και Γρηγόρης Γρηγοράς και στη συνέχεια ο Γιώργος Ασσιώτης.
H εκπαίδευση σήμερα
Δημοτική εκπαίδευση Σήμερα στις κοινότητές μας λειτουργούν δυο Δημοτικά Σχολεία, το A' και το B'. Tα δυο αυτά σχολεία διατηρούν ένα πολύ καλό επίπεδο εκπαίδευσης, με σημαντικές διακρίσεις στο ενεργητικό τους, σε διάφορους τομείς. Aναφέρουμε χαρακτηριστικά τη βράβευση δυο παιδιών σε Παγκύπριο Διαγωνισμό ζωγραφικής της UNISEF, από το A' Δημοτικό Σχολείο, και την ανάδειξη του B' Δημοτικού Σχολείου σε οικολογικό σχολείο.
Α΄ Δημοτικό Σχολείο
B΄ Δημοτικό Σχολείο Σε μια έντονα αναπτυσσόμενη περιοχή όπως στις κοινότητές μας, διαφάνηκε από την αρχή της δεκαετίας του '90 η ανάγκη για δημιουργία δεύτερου Δημοτικού Σχολείου. Tο σχολείο αυτό πρωτολειτούργησε τη σχολική χρονιά 1991-1992 με 165 μαθητές κατανεμημένους σε 6 τμήματα. Ξεκίνησε με τρεις αίθουσες διδασκαλίας, βοηθητικούς χώρους και μεγάλη αίθουσα εκδηλώσεων η οποία εξυπηρετεί ολόκληρη την κοινότητα. Σήμερα οικοδομούνται άλλες δυο αίθουσες διδασκαλίας ενώ προχωρεί και η διαμόρφωση της αυλής και του χώρου στάθμευσης.
Προδημοτική εκπαίδευση Δημόσιο και Kοινοτικό Nηπιαγωγείο
Mετά από έρανο στις κοινότητές μας και με κυβερνητική χορηγία, χτίστηκε το κτίριο του Nηπιαγωγείου, με τρεις αίθουσες διδασκαλίας, όπου στεγάστηκαν 2 δημόσια τμήματα και 1 κοινοτικό. Tο 1998 λειτούργησε ακόμα ένα τμήμα νηπιαγωγείου στο χώρο του B' Δημοτικού Σχολείου. Tο νηπιαγωγείο αποτελεί το φυτώριο όπου τα μικρά παιδιά της κοινότητάς μας προετοιμάζονται για την εισδοχή τους στο Δημοτικό Σχολείο.
Mέση εκπαίδευση Περιφερειακό Γυμνάσιο Πέρα Χωρίου και Νήσου Το Περιφερειακό Γυμνάσιο Πέρα Χωρίου και Νήσου άρχισε τη λειτουργία του ώς A' Περιφερειακό Γυμνάσιο Λευκωσίας από το σχολικό έτος 1978-79, ως απογευματινό. Αρχικά στεγάστηκε στο Β΄ Δημοτικό Σχολείο του Δαλιού και περιλάμβανε έξι τμήματα της Α΄ τάξης, που αριθμούσαν 160 περίπου μαθητές. Κατά το σχολικό έτος 1981-82 στεγάστηκε στο καινούριο σχολικό κτίριο στη Nήσου, πράγμα που κατέστησε δυνατή την πρωινή φοίτηση καθώς και την εξυπηρέτηση μεγαλύτερου αριθμού μαθητών. Τα τμήματα ανήλθαν στα δώδεκα (12) και περιελάμβαναν 420 μαθητές. Οι μαθητές προέρχονταν από τα ακόλουθα χωριά της περιοχής, κατά αλφαβητική σειρά: Αγία Βαρβάρα - Αλάμπρα - Δάλι - Κόρνο - Λυθροδόντα - Λύμπια - Μαθιάτη - Μοσφιλωτή - Πέρα Χωριό-Nήσου - Ποταμιά - Σιά. Στα μέσα του σχολικού έτους 1992/93 λειτούργησε το Γυμνάσιο Αγίας Βαρβάρας, οπόταν μεταστεγάστηκαν σ’ αυτό οι μαθητές από τα χωριά Αγία Βαρβάρα, Αλάμπρα, Σιά, Μοσφιλωτή, Κόρνο, Μαθιάτη, Λυθροδόντα.
Iδιωτική εκπαίδευση Στον τομέα της ιδιωτικής εκπαίδευσης λειτουργούν στις κοινότητές μας ιδιωτικοί Nηπιοβρεφοκομικοί Σταθμοί και ιδιωτικά ινστιτούτα φροντιστηρίων, όπου φοιτούν αρκετοί μαθητές από τις κοινότητές αλλά και από τη γύρω περιοχή.
Από τη σχολική χρονιά 2002-2003 λειτουργεί το ιδιωτικό γυμνάσιο Forum.
Ποιητική δημιουργία στις κοινότητές μας
Ο λαϊκός ποιητής Βάσος Γερμασοΐτης
Σ' εκείνα τα δύσκολα χρόνια για τους κατοίκους του νησιού, κατόρθωσε να τελειώσει την Στ' τάξη του δημοτικού σχολείου. Αργότερα και σε νεαρή ηλικία πήρε το δρόμο του ξενιτεμού, για να βρει καλύτερες συνθήκες ζωής. Ύστερα από πολλές περιπέτειες, έφτασε στην Αλεξάντρεια της Αιγύπτου, όπου βρήκε καταφύγιο στην ελληνική παροικία. Ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος τον βρήκε να εργάζεται σε αμυντικά έργα εναντίον των Ναζί. Σύμφωνα με τα στοιχεία που φέρει η ταυτότητά του, εργάστηκε ως στενογράφος αλλά δούλεψε και ως ελαιοχρωματιστής. Παντρεύτηκε δυο φορές. Tην πρώτη φορά στη γενέτειρά του Γερμασόγεια και τη δεύτερη φορά στο Πέρα Χωριό. Με την ποίηση άρχισε να ασχολείται από το 1932. Από το 1938 μέχρι το 1952 ο Γερμασοΐτης εξέδωσε 10 ποιητικές συλλογές. ΄Έγραψε συνολικά 339 ποιήματα στην κυπριακή διάλεκτο, με εξαίρεση 7 από αυτά που είναι γραμμένα στην αγγλική γλώσσα. Μετά το δεύτερο του γάμο σταμάτησε να εκδίδει ποιητικές συλλογές, αλλά δεν ξέρουμε κατά πόσο συνέχισε να γράφει. Στους λογοτεχνικούς κύκλους του νησιού χαρακτηρίστηκε ως ο κυριότερος εκπρόσωπος του σαρκασμού, της ειρωνείας και της σάτιρας στον τομέα της λαϊκής ποίησης του τόπου μας. Ο Βάσος Γερμασοΐτης χρησιμοποίησε την καθημερινή γλώσσα, τη γλώσσα του λαού της Κύπρου, «του χωρκάτη». Το παρακάτω κείμενο που βγήκε από τα ίδια τα χέρια του ποιητή αποτελεί μανιφέστο για την κυπριακή τοπολαλιά: Βάσου Γερμασοΐτη, “Για την γλώσσα μας”:
«Έσιει πολλούς που θαρκούνται πως άμα συντυχάννουν την γλώσσαν του τόπου τους, τη συνηθισμένην, την ίσιαν,την γλώσσαν του τζυουρού τους, πως εν νεν’ευκενείς τζαι γυρεύκουν πα’στην κουβένταν τους ν’ανακατώνουν λόγια που, έν’ ο λόος που λαλεί, κοντά μας εν έχουσιν σκέσην κουτσίν! Πά’ ς τούτον ππέφτουν έξω πολλά. Έν’ το μεαλλύττερον λάθος που μπορεί να ένει. Εγιώνη έντζ’ είμαι κανένας μεάλος άδρωπος να φουμιστώ πως τα ξέρω ούλλα, αμμά το σωστόν ένι να πασκίζουμε πάντα μας, τζι’ έσσω μας, τζι’ έξω μας, μακάρι νάν’ τζι ομπροστά στον βασιλέα, να συντυχάννουμεν την γλώσσα μας, την γλώσσαν του τζιουρού μας, τζαι να μεν θαρκούμαστιν πως είμαστιν χωρκάτες τζαι να το λοαρκάζουμεν αντροπήν! Όι ! Καθένας με τον τόπον του. Γιατί να μαχούμαστιν με τα ξενικά, αφούτις εν είμαστιν περατιτζοί. Μέλλιμον η γλώσσα που την συνηθούν τζαι συντυχάννουν την πουτζείθθε έν καλλύττερη που την δικήν μας; Εν πιστεύκω. Τζαι γιατί να πά’ να κάμω έξω, μες τες περασιές, έξι μήνες, έναν γρόνον, τζι ύστερις, ότι πον να στραφώ, να κάμνω πως εν γυρίζ’ η γλώσσα μου τζαι να νεκατώννω λόγια πασανάκατα; Τζείνοι που τα κάμνουν έν’ φουμιστήες τζαι φαντασμένοι. Η γλώσσα μας, η τζυπριώτιτζη, έν’ η μόνη που έν εξηάστηκεν ύστερις που τόσα βασίλεια που ρέξαν που την Τζύπρουν, πριν τόσα τζαι τόσα γρόνια. Έν η γλώσσα η αρκαία, η ελληνική, τζείνη που συντυχάνναν οι πρωτινοί τζαι πρέπει να την συνηθούμεν ούλλοι μας. Εγιώνη, τον τζαιρόν που’ μουν έξω, όπου έθθεν να πάω να ψουμνίσω, για να κάμω, για να φκιάσω, πρέπεν ν’ αρκέψω τζείνην την γλώσσα μου την γλυτζιάν (του τόπου μας δηλαδή) τζαι να τους κάμνω τζείνους πον εγκαταλαβαίννασιν να γυρεύκουν δραομάνους για να μου συντύχουν. Έτσι έν’ το σωστόν, καλό! Ποττέ μου εν εξενοσύντυχα παφής επάτησεν τον πόιν μου ποδώθθε. Τα ποιήματα μου έν’ ούλλα γεμάτα ζωήν τζαι θέμαν του χωρκάτη πόν’ η ρίζα τζι η βάσις ούλλου του τόπου μας».
Άουστος 1939 Ο λαϊκός αυτός ποιητής εξέδωσε τις πιο κάτω συλλογές:
Ο Βάσος Γερμασοΐτης καταπιάνεται στο έργο του με τις καθημερινές ασχολίες και τα βάσανα του απλού λαού. Mέσα από την ποίησή του προβάλλεται η αξία του ως ανθρώπου της υπαίθρου, η ευφορία της ψυχής του χωριάτη από την καλή σοδειά, καυτηριάζεται η αφέλεια των χωρικών μέσα από σατιρικές καταστάσεις, η εκτόπιση της βράκας από το παντελόνι με όλα τα συνεπακόλουθά της, το δράμα των μεταλλωρύχων, η ψυχοσύνθεση του φυλακισμένου, η οδύνη της ορφάνιας, η εκμετάλλευση των φτωχών από τους πλούσιους, η ανάπτυξη φυσιολατρικής συνείδησης, η καλλιέργεια αντιπολεμικού χαρακτήρα και άλλα.
Παραθέτουμε ενδεικτικά τέσσερα ποιήματά του:
ΕΝΑΝ ΣΥΣΤΗΜΑΝ Εμάθαν ένα σύστημαν μες το χωρκόν τζαι προπαντός κάτι μεσοτζαιρίτες, την βράκαν, την ποϊναν εν την θέλου πκιον τζαι πκιάννουν που την μόδαν τους πολίτες.
Μα σίλια τζι αν αλλάξουν τζι αν ι-στολιστούν, κασμίρκα μέραν νύχταν να φορούσιν, εν ι-ξορτώνουν στάξην να ξηβκενιστούν, μήτε στου κόσμου την σειράν να μπούσιν.
Να φάσιν εν ι-ξέρουν, εν πολλά μακρά. Να παρπατήσουν, χωρκατοδείγνουν. Τα λόγια τους που συντυχάννουν εν χοντρά, τα χάνια που συχνάζουν εν τ’αφήννουν.
Είντα τη βκάλλουν τζαι την βράκαν μανιχά πόν’ μαθημένοι πάντα τζαι φορούσιν τζι εν την αφήννουν μάγκου που φτυχά κάλιον μες τα χωράφκια που βουρούσιν
Εγράφτηκεν μες στες 11 του Σεττέβρη 1935.
Mετά το 1952, που ήταν και ο χρόνος έκδοσης της τελευταίας του συλλογής, τα ποιητικά σημάδια του Γερμασοΐτη χάνονται από το φως της δημοσιότητας. Ίσως, το μόνο ποίημα που έγραψε μετά το δεύτερό του γάμο και την εγκατάστασή του πλέον στο Πέρα Χωριό - Νήσου, είναι αφιερωμένο στη Χαρούλλα, τη δεύτερη του γυναίκα, γραμμένο στις 30 του Απρίλη 1955. Το αναδημοσιεύουμε από την εφημερίδα “Κήρυκας” στη χειρόγραφη του μορφή. Το επόμενο ποίημα έχει σαν κύριο άξονα το δράμα της φτωχολογιάς, που ήταν από ανέκαθεν το αντικείμενο εκμετάλλευσης των πλουσίων. Γραμμένο κι αυτό στη δεκαετία του ‘ 30, αντανακλά την τότε κυπριακή πραγματικότητα.
ΠΑΝΤΑ ΦΤΩΧΟΣ Λαώννεται, σκοτώννεται που την δουλειάν ο μαύρος ο Γιωρκάτζης νύχταν μέραν, σιτάριν του, πατάταν του ως την ελιά, να τα γιωρκήσει τζι εν τα βκάλλει πέρα.
Στις αίγιες, στο ζευκάριν μισταρκούς πολλούς, τζι ακόμα μάχουνται τζαι τα παιδκιά του. Θωρείς τον λοαρκάζεις τον που τους καλούς, μ’ αν ρωτήσεις, έν’ κρουσμένη καρκιά του.
Έν’ πεντακόσιες οι λιρούες που γρωστεί! Εν’ χωραττάς; αμάνταν βρίσκει το κορμίν του; Μακάρι μέσα στα ριάλια να χωστεί, Εν ι - ξοβλά ποττέ του στην ζωήν του!
Τζαι να’ σιει τζαι τον έμπορον, κάθε βολάν πο’ ν’ νά’ ρτει μες την πόλην, να τον κάμνει δκυο ππαραδκιών. Χωρκάτη, ττόππουζε, βρακά, να του φωνάζει, βίρα να τον λάμνει.
Τζαι τζείνος με το «κύριε» τζι «αφεντικόν» τζι όπου τον δει να φκάλλει το σκουφίν του. Του κόσμου το αθάνατον που το χωρκόν να του φέρει, δίχα την βουλήν του.
Ο μαύρος ο Γιωρκάτζης εν θωρεί τ’ ομπρός. Στην υστερκάν το μάλιν του πουλιέται, εν’ καταδικασμένος πάντα να’ ν’ φτωχός τζαι ττόππουζος, χωρκάτης να λοέται.
Από την ποιητική του συλλογή «Λόγια της Νύχτας» που ανήκουν στα λεγόμενα «μυλλωμένα» ποιήματα, παραθέτουμε το ακόλουθο ποίημα:
ΓEPAMATA - Άτε Γιωρκή, ποσπάζου, τζαι ποστάθηκα! Πόσην ώρα να σ’ έχω πανωθκιόν μου τζαι χάννομεν τον ύπνον μας έτσ’ άδικα;
- Εν ι-μπορώ, λυπήθου με, τζαι μεν λάμνεις, εντζ’ είμαι στρούθος βίρα μάνι μάνι! -Έπαρε πομονήν, πελλάρες μεν κάμνεις, πέρκι τα καταφέρω γιάλι γιάλι.
- Άτε Γιωρκή, ποσπάζου, δε τες πλήξες σου, δε το ζευκαλαδκιόν σου, τα χτηνά σου, δρώννεις, ξιδρώννεις, τρέχουσιν οι μύξες σου, επέλλανες τωρά στα στερινά σου!
Έι, Στυλλού, κοντεύκω, περιποίθου με, κλώστου τζαι σου, τα μαύρα, νακκουρούιν, μιαν ώραν που σ’ ερκάστηκα, λυπήθου με, τέλεια μεν κάμνεις ούλα το μωρούιν...
Έτσι λοής, που κάτω που το πάπλωμαν ο γέρος τζ’ η γερόντισσα σσωτζιούνται, τζ’ άλλον που των ρούχων κάμποσον μάκκωμαν εν κάμνουν τίποτ’ άλλο τζαι τζοιμούνται!
Γέρημα νειάτα! Πάτε τζ’ εν ι- στρέφεστε, τζαι πίσω σας γεράματα κλουθούσιν. Τον γέρον τον φτωχόν εν τον ι - σκέφτεστε, τα κκέφκια του που θέλουν να γενούσιν;
Tο 1959 μετά από ένα φοβερό δυστύχημα, ο νεαρός χωριανός Aλέξης Nικολάου έχασε τη ζωή του σε πετρελαιοδεξαμενή στη Λάρνακα. Ο γείτονάς του Βάσος Γερμασοΐτης, συγκινημένος κι αυτός από το τραγικό συμβάν, έγραψε στη μνήμη του Αλέξη το ακόλουθο ποίημα: (Διατηρούμε την ορθογραφία του χειρογράφου του Γερμασοΐτη)
ΓIA TO XAMO TOY AΛEΞH Εχάθηκες Αλέξη μας, έκοψες την κλωστήν σου, εχάσαμεν τ’ αστεία σου, το λέεισ σου, το πεισ σου. Έχασεν ούλλον το χωρκόν έναν γερόν βλαστάριν, έναν λεβέντην, δουλευτήν, άξιον παλληκάριν. Εχάσασ σε οι παρέες σου οι φίλοι τζι οι γνωστοί σου, εχάσασ σε οι κουμπάροι σου, τ’ αδέρρκια σου, οι γονιοί σου Εχάσασ σε οι γειτόνοι σου οι κόρες σου π’ αγάπας, ο γιος σου, η γεναίκα σου τζι οι στράτες που περπάτας. Εχάσαν οι επιβάτες σου τον ταχτικόν τους φίλον, τ’ άψυχον τ’ αυτοκίνητον, έχασέσ σε τζιαι τζείνον. Έτσ’ άξιππα τζι ανόρπιστα έσβυσες εποσπάστης, χωρίς ορπίαν νά’ χωμεν μιτά μας να ξανάρτης. Τζι απόν πολλύς ο πόνος μας για τον χαμόν σου Αλέξη, ούλλοι μας εβοβώσαμεν τζι επκιάσεμ μας η σκέψι. Γιατ’ είσουν νέος τζι άξιος τζι έπρεπέσ σου να ζήσης, γιατ’ είσσιες γαίμαν τζιαι ζωήν να δράσης να βουρήσης. Τζιοιμού σαν ετζιοιμήθηκες, νεπαύκου σαν τζιοιμάσαι, τζι ώσπου λαχτούμεν στουν την γην, στην έννιαμ μας εν νά’σαι.
Εγράφτηκεν μες τις 12 τ’ Απρίλη, 1959. Βάσος Χριστοφόρου Γερμασοΐτης
Λαϊκή έμμετρη ποίηση Η λαϊκή μούσα πάντοτε κατείχε σημαντική θέση ανάμεσα στα λογοτεχνικά πράγματα του λαού μας και δε χρειαζόταν παρά μια σπίθα, ένα κίνητρο, για να ανάψει τη φλόγα της. Πιο κάτω παραθέτουμε μια έμμετρη λαϊκή στιχοπλοκή (ελεύθερο τροχαϊκό μέτρο με ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία), με έντονο σατιρικό ύφος, γραμμένο από το Δαλίτη λαϊκό ποιητή Πλαστήρα, που γράφτηκε ύστερα από κάποιο συμβάν στα χρόνια του B' Παγκόσμιου Πολέμου, με σκηνικό των λόφων των Γερακαρκών, που δεσπόζουν του Πέρα Xωριού και του Δαλιού.
OI ΠEPAXΩPITEΣ Ούλλοι σας να κρολλοέστε, να σας πω’ ναν λακκιρτίν να φυρτείτε που τα γέλια τζ’ έν σπουδαίον ππαττιρτί. Νιου Γιωρκή Περαχωρίτη ψόφησεν η γααρκά, τζαι κολόσυρεν την πάνω, που έν τα Γερακαρκά. Τα Γερακαρκά έν πάνω το βουνόν πον τα ψηλά, τζαι το χωρκόν αντίκρυ, δηλαδή στα χαμηλά. Άτε, πκιον, εσυναχτήκαν σύλλοι, αετοί τζαι γύπες, τζιαντακώσασιν τζαι φκάλλουν πάνω στην γαούραν τρύπες. Τα ξηφώθκια ο Σωτήρης που επήεν ν’ αλωνέψει, είεν τούντο κιλωλόιν, τζαι τωρά να είτε ζέφκιν. Οι ατοί που κατεβαίναν ράστιν που τους ουρανούς, είεν τους τζαι τους επήρεν για λεξιπτωγερμανούς. Άτε , πκιον το παλικάριν, εξαπώλησεν τα βούθκια μέσα στο χωράφι τζ’ ίσια στο χωρκόν εστράφην για να πάρει το χαπάριν. “ Παναΐα μου, βουράτε, ούλλοι σας οι χωρκανοί κατεβαίνουσι καπάλιν τρεις σιλιάες Γερμανοί. Έτους! Πάνω στο λαώνι, κατεβαίνουσιν καπάλιν, άτζιαπας έν δα πον’ άρτουν, πέρκι παν κατά το Δάλι “. Οι φτωσιοί φτωσιοί βουρούσαν να γλιτώσουν τα παιθκιά τους, Τζ’ οι αρκόντοι εσπιλάζαν μες τες πούντζιες τα χαρκιά τους. μα το χάζιν είσιεν ένα τζείνος πον να πω τωρά, τζείνος έπαθεν το τσιάππιν, θέμα τσιάππιν μια φορά. Ετζοιμάτουν κατά τύχην μέσα εις αλώνιν, τζαι σηκώστηκεν τζαι βούραν, τζαι εν εφόρεν πατταλόνιν. Τούτος έτσι σαν εβούραν, έδειγνεν φοητσιασμένος, χέμα ότι τζ’αν εκράεν, σάμπου να’ τζ’ οπλισμένος. Μα το χάζιν είσιεν ένας τζείνος πον να πω τωρά τζείνος έπαθεν το τσιάππιν, θέμα τσιάππιν μια φορά. Ετζοιμάτουν κατά τύχην πάνω εις το δώμαν, τζ’ άμμ’ ακούει να φωνάζουν ούλλοι τους με’ ναν στόμαν, Αχ! Τζ’ επάθαμεν το τσιάππιν, ίσια που τζει πάνου που’ ταν, ετραππήησεν μονάππιν όμως για καλήν του τύχη, ήρτεν πας την κοπριάν, ειδ’ αλλιώς ήτουν να φκάλει σαν την πόμπαν τσακριάν. Μα το χάζιν είσιεν ένας τζείνος πον να πω τωρά τζείνος έπαθεν το τσιάππιν, θέμα τσιάππιν μια φορά. Άμ’ ακούει να φωνάζουν «έσ’ άλεξιπτωτιστές» ίσια γέμωσεν την βράκαν τέλεια που τες σπιλασιές τζαι κάθε θκυό τριά αγνάρκα, έππεφτεν τζ’ έναν κομμάτιν έξω που τα ποινάρκα. Ο παπάς τζ’ η παπαθκιά ήτουν τζιαχαμαί τζ’ οι θκυό τζαι εμάχουνταν να ζέξουν την δουκάνη των βουθκιών. Ο παπάς άμαν τζ’ ακούει με το βούρος νιου μιτσιού ίσια βούρησεν τζ’ εχώστην στην αυλή του ππολιτσιού. Τζαι φωνάζει «παπαθκιά μου, τρέξε τζ’ έλα, να χωστείς, δαχαμαί πον το ππολίτσιν θέμα έν ν’ ασφαλιστείς.» Πολοάται τζαι λαλεί του «Μα, τα βούθκια μας, παπά;» «Η ζωή μας να γλιτώσει τζαι τα βούθκια μας ας παν». Είσιεν τζ’ ένα κοπελλάτζιν που’ παιζεν τζαι τον τζεσούρι, ίσια στην αστυνομίαν εκατέβην μονοβούρι. Τζαι φωνάζει «ζαφτιέδες, ούλλοι σηκωστείτε πάνω, έτους Γερμανούς κοντά μας ππέφτουν που τ’αεροπλάνο». Ποτυλίονται τζαι τζείνοι τζαι βουρούν να οπλιστούν, τα χωρκά τους γύρω για να σώσουν τζαι να δοξαστούν. Φκαίννει τζ’ ο τσιαούσιης έξω για να μάθει το γιατί, τζ’αγρονίζει πως έν γύπες τζαι φτωματατοί. «Που ‘ ν’ τον, ρε στραβέ, λαλεί του, τον στρατόν τους Γερμανούς;» «Έτον, κύριε τσιαούσιη, πας την μούττην του βουνού » «Tώρα, να σε κάτσω μέσα, εν’ έν χάκκιν σου, τωρά; για να μεν το ξανακάμεις, τούτον πο’ καμες αλλαξανά. Επιτρέπεται τες γύπες να τες κάμεις Γερμανούς τζαι να σπάσεις που τα βούρη ούλλους σου τους χωρκανούς;» «Κκιάολε! » Αντακώσαν ούλλοι, «έν ο γάρος του Γιωρκή, τζαι ετρώαν τον οι γύπες, που να πάρει η ορκή! Τζ’ έσιει που τα ξηφώθκια που εσπάσαμεν στα βούρη, ούλα τα ορνιχοπουλλούθκια που τους κάμνεις πούρι πούρι». Άτε, τζ’ ούλλοι τους στραφήκαν πίσω, άμαν έππεσεν το φως, τζ’ ούλλοι τους εκατουρούσαν, για να τους περάσ’ ο φος.
Tο ιστορικό γεγονός που κρύβεται πίσω από αυτή τη σατιρική στιχοπλοκή, είναι ο κίνδυνος βομβαρδισμού από τους Γερμανούς και Ιταλούς, κατά τη διάρκεια του B’ Παγκόσμιου Πολέμου, καθότι η Κύπρος αποτελούσε βρετανική αποικία. Εξάλλου είναι γνωστό το ότι, από την αρχή του πολέμου, η Γαλλία ζήτησε να χρησιμοποιηθεί η Κύπρος ως στρατιωτική βάση, ιδιαίτερα ως αεροπορική βάση, με απώτερο σκοπό την αντιαεροπορική κάλυψη της Βηρυτού και την ευκολότερη προέλαση της συμμαχικής αεροπορίας προς διάφορους στόχους (κυρίως προς τα Δωδεκάνησα που βρίσκονταν υπό ιταλική κατοχή). Περιορισμένης έκτασης βομβαρδισμοί από γερμανικά και ιταλικά αεροπλάνα έγιναν στο νησί το 1940 και 1941, ενώ εχθρικά υποβρύχια έδρασαν και γύρω από την Κύπρο και εξαιτίας αυτού, οι Βρετανοί ναρκοθέτησαν τη θαλάσσια περιοχή του λιμανιού της Αμμοχώστου. Φαίνεται ότι ο φόβος των Κυπρίων από τα γερμανικά στούκας (πολεμικά αεροπλάνα της εποχής), που ήδη έδρασαν στο νησί, προκάλεσαν τη γέννηση της ευτράπελης αυτής ιστορίας, λαμβανομένου υπόψη ότι οι απλοϊκοί χωρικοί δεν είχαν εμπειρία από αεροπλάνα και έτσι δεν ξενίζει καθόλου το γεγονός ότι οι Περαχωρίτες εξέλαβαν τις γύπες σαν γερμανικά βομβαρδιστικά ή σαν αλεξιπτωτιστές (ας μην ξεχνούμε και τη λαϊκή ρήση που λέει: ο φος φέρνει κόλαση). Αν θέλουμε να χρονολογήσουμε το συμβάν αυτό της σάτιρας θα πρέπει να το τοποθετήσουμε ανάμεσα στα 1940 - 1944. Μια άλλη έμμετρη στιχοποιΐα του Θεοδόση Πλαστήρα έχουμε στη συνέχεια, αυτή τη φορά σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο με ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία. Ο στιχοποιός αντλεί το θέμα του από τη ζωή των απλοϊκών χωρικών της περιοχής του, είναι δηλαδή ηθογραφικό, γραμμένο με μεγάλη σατιρική διάθεση. Τα πρόσωπα της ιστορίας που ακολουθούν είναι υπαρκτά (αν και τώρα μακαρίτες) που έζησαν τέλη 19ου και αρχές 20ου αιώνα στο Πέρα Χωριό.
O KΩΣTHΣ O BEPNAΣ Έναν κοπέλλιν τζιαμπροού απ’ εξωθκιόν που πέρναν ιστόρησεν μου κατιτί, για τον Κωστήν τον Βέρναν. Μιαν νύχταν τούτος έπιννεν κάτω πον η ταβέρνα. Έν πάνω κάτω ο Κωστής στα γρόνια εξηντάρης. Άμαν ήπιεν το καράριν του ο γέρος τζαι ποσόστην, αμέσως εις το σπίτιν του να πάει εσηκώστην. Την ώραν που σηκώστηκεν, η ώρα δέκα θα’ τουν ε ξέρεις η κοτζιάκαρη έππεσεν τζαι τζοιμάτουν. Πάει τζ’ ο γέρος αλαβρά τζαι κρόνοιξεν την πόρτα καθευατόν σαν τον λαόν που πα να κλέψει χόρτα. Να μεν νώσει η κοτζιάκαρη να την ανησυχήσει, ούτε τζαι πού έν πόππινεν για να τον αρωτήσει. Άρκεψεν τζαι ξιντύννετουν λοιπόν ο Κωστής ο γέρος τζαι συντροόλαν άλλα τζει τζ’ άλλα σ’ άλλον μέρος. Τζιαμαί που εξιντύννετουν είσιεν τζαι μιαν κοφίναν, κοντά της δε τζαι μιαν πινιάν γεμάτην ζαλατίνα. Πα’ στο τραπέζι άφτεννεν χωσμένον το φανάρι τζ’ ο γέρος εξιντύθηκε σαν τον ανεφαντάρην. Άμαν’ φκαλεν τα ρούχα του ο γέρος τζαι ξιντύθην έππεσεν στην καρκόλαν του τζαι φτυς εποτζοιμήθην. Άμαν τζαι ποτζοιμήθηκεν τζαι’ κοψεν το κουρίν του, να δείτε έν’ να’ πόπαθεν με την κοτζιάκαρην του. Ένωσε η κοτζιάκαρη, τζ’ έφκην να κατουρήσει, μα έτσι σαν εμάσιετουν τσιαρίκκια να φορήσει, επήρεν την το βλέμμα της πας τζείνο το κολάνι τζ’ άρκεψεν το τρεμουσιαρκόν αμέσως να την πκιάννει. Έτσι όπως ευρίσκετουν που πάνω στην κοφίνα, τζ’ η μια του νάκρα έτζιζεν μέσα στη ζαλατίνα, είεν το η κοτζιάκαρη τζαι μόνη της αρκίναν, «άδε το μαυρογέριμο τζαι τρω τη ζαλατίναν.» «Άνου, Κωστή , φωνάζει του, να πάω βέρκαν να’ βρω πέρκιμον το σκοτώσουμεν άπου να μείνει μαύρο.» Σηκώννεται τζαι ο Κωστής του ύπνου που τζοιμάτουν, κρολλοηχείτε δαχαμαί γιατ’ έν του γελασμάτου. Φέρνει του η κοτζιάκαρη του φούρνου το κοντάριν, ίσια ο γέρος ο Κωστής εγίνηκεν λιοντάρι. Πκιάννει το κονταρόξυλον τζ’ ίσια σοζύασέν το να του τη φέρει μονομιάς να λύσει την κκελλέν του. Φακκά του μιαν πας την κκελλέν πο’ τρω’ την ζαλατίνα, με ζαλατίνα με πινιάν στον τόπον τους εμείναν. Ξαναδιπλάζει αλλημιάν ο γέρος το κοντάριν ίσια εγίνην άφαντον ευτύς τζαι το φανάριν. Άμαν εμείναν σκοτεινά, επάθαν μη κακόν τους, καθευατόν σαν τους πελλούς τζ’ οι θκυό που το κακόν τους. Τζαι τζει που ενομίζασιν θερκόν ότι πως ήτουν, τωρά θαρκούνται έν κουφή τζαι τρέμουσιν περίτου. Φέρε ολάν την σπιριθκιάν, την λάμπαν ν’ άψουμεντε τζ’ έν να μας φάει η κουφή, εν τζαι γλυτώννουμεντε. Άμαν ανάψασιν το φως τζ’ είασιν πως ήτουν σκοτωμένη ίσια επήραν πάνω τους οι γέροι οι καημένοι. «Είες ολάν πως έκαμα την τζεφαλήν της τάσιν τζαι σούνι εμαράζωννες που έν να μας ακκάσει;» «Ε! Αν δεν της την επίττωννες, έν ήτουν να μας φάει; Άτε! Να την πετάξουμεν στ’ ανάθεμμαν να πάει!!!» Φέρνουν το κονταρόξυλον, βάλλουν την όπως όπως, να πα να την πετάξουσιν να ππαστρεφτεί ο τόπος! Τζει που παέννασιν να θάψουν την πανούκλα εγιούτησεν ο σατανάς τζαι βάρησεν η πούκλα, τζαι ππέφτει πας τες πλακατζιές τζ’ άμμα τζαι κατσιαρίζει, ο γέρος το κολάνιν ευτύς το αγρονίζει. «Να! Βρα πατσιοκοτζιάκαρη, στραβάρα μες τα μμάθκια!». «Να! Τζαι σούνι βρε παλιόγερε, που το’ καμες κομμάθκια!!».
Ευχάριστη λοιπόν και διασκεδαστική η ηθογραφία αυτή, δοσμένη με σατιρικό πνεύμα, που πίσω της κρύβονται οι καλοκάγαθοι χωρικοί. Για τους άντρες, μια απλή ταβέρνα, κανένα βραδάκι, με το γλυκό κρασί στα ροζιασμένα χέρια, ήταν μια προσιτή ψυχαγωγία, κάτω από το φως του φεγγαριού ή της μισομαυρισμένης λάμπας, που τους συντρόφευε τα βράδια, σε κείνα τα δύσκολα χρόνια της βρετανικής αποικιοκρατίας. Aνάμεσα στους λαϊκούς ποιητές της κοινότητάς μας μπορεί να καταταγεί και ο Kυριάκος Zαντήρας, ο οποίος γράφει χαρακτηριστικά σε ένα χειρόγραφο τετράδιό του: " K.Δ. Zαντήρας, γεννηθείς 17/3/1899. Άρχισα να γράφω το 1980 όταν πέθανε ο γιος μου ο Aνδρέας". Πιο κάτω παραθέτουμε ένα ποίημα-θρήνο για τον Aντρέα (που πέθανε σε ηλικία 36 ετών κτυπημένος από ανίατη ασθένεια) και για τη γυναίκα του Eλένη που πέθανε ένα μήνα μετά από τον καημό της:
Γιατί έφυγες Άντρο μου, πέμας ποιος εν που φταίει κι όλη η οικογένεια μέραν και νύκτα κλαίει. Eπήρες και την μάνα σου για να σε αγκαλιάζει να σε φιλά στο μέτωπο να σβήννει το μαράζι κι' αφήσετε τον γέρον σας ναν μαυροφορεμένος λίγος καιρός που τόμεινε πάντα θάναι κλαμένος...
Aναφορές από Λογοτέχνες Ποιητές Η εκκλησία της Aγίας Mαρίνας, είναι μια αξιόλογη μικρή εκκλησία που κτίστηκε στα μέσα του 19ου αιώνα. H διεισδυτική ματιά στο χώρο αλλά και το χρόνο του ποιητή Γιώργου Σεφέρη, ανάμεσα στ' άλλα απαθανάτισε τον καμαροφρύδη (μια χρακτηριστική πέτρινη υδρορρόη στην ανατολική πλευρά της εκκλησίας αυτής), κατά τη διάρκεια του πρώτου ταξιδιού του στο νησί. Συγκεκριμένη αναφορά κάνει σε ένα ποιήμά του ο γνωστός νομπελίστας ποιητής, που φέρει τον τίτλο «Λεπτομέρειες στην Kύπρο» και είναι αφιερωμένο στο ζωγράφο Διαμαντή.
ΛEΠTOMEPEIEΣ ΣTHN KYΠPO H μικρή κουκουβάγια ήταν πάντα εκεί σκαρφαλωμένη στ' ανοιχτάρι τ' Άγιου Mάμα, παραδομένη τυφλά στο μέλι του ήλιου εδώ ή αλλού, τώρα, στα περασμένα χόρευε μ' ένα τέτοιο ρυθμό το φθινόπωρο. Άγγελοι ξετυλίγανε τον ουρανό και χάζευε ένας πέτρινος καμαροφρύδης σε μια γωνιά της στέγης. Tότες ήρθε ο καλόγερος σκουφί, κοντόρασο, πέτσινη ζώνη, κι έπιασε να πλουμίζει την κολόκα. Άρχισε απ' το λαιμό φοινικιές λέπια και δαχτυλίδια. Έπειτα, κρατώντας στην πλατιά παλάμη τη στρογγυλή κοιλιά, έβαλε τον παραυλακιστή, τον παραζυγιαστή, τον παραμυλωνά και τον κατάλαλο έβαλε την αποστρέφουσα τα νήπια και την αποκαλόγρια και στην άκρη, σχεδόν απόκρυφο, τ' ακοίμητο σκουλήκι. Ήταν ωραία όλ' αυτά, μια περιδιάβαση. Όμως το ξύλινο μαγκανοπήγαδο – τ' αλακάτιν, Kοιμισμένο στον ίσκιο της καρυδιάς μισό στο χώμα και μισό στο νερό, γιατί δοκίμασες να το ξυπνήσεις; Eίδες πώς βόγκηξε. Kι εκείνη την κραυγή βγαλμένη απ' τα παλιά νεύρα του ξύλου γιατί την είπες φωνή πατρίδας;
O γνωστός ζωγράφος της Kύπρου Διαμαντής και φίλος του Γιώργου Σεφέρη, συνόδευσε τον ποιητή και τη γυναίκα του Mαρία κατά τη διάρκεια της περιδιάβασής τους στο νησί τη δεκαετία του 1950, σε διάφορα μέρη του νησιού. Mια ιδιαίτερη στιγμή στην ιστορία των κοινοτήτων μας ήταν και η άφιξη του ποιητή στο Πέρα Xωριό (Πρώτο ταξίδι του Σεφέρη – 6 Nοεμβρίου μέχρι 9 Δεκεμβρίου του 1953), με απώτερο σκοπό την επίσκεψη στο ξωκλήσι των Δώδεκα Aποστόλων, που βρίσκεται κτισμένο σε ένα μικρό λόφο, στα δυτικά του Πέρα Xωριού. O παπάς του χωριού – ο δάσκαλος – που πληροφορήθηκε την επίσκεψη, σπεύδει με περηφάνια, κρατώντας τ' ανοικτάριν του ξωκλησιού, να πληροφορήσει τους δυο ξένους για την ιστορία και τις παραδόσεις της εκκλησίας (του μοναστηριού) των Δώδεκα Aποστόλων. Tόσο ο ποιητής όσο και ο ζωγράφος εντυπωσιάστηκαν από την κορμοστασιά και τη βροντερή φωνή του παπα-Kωνσταντή. Mάλιστα ο ζωγράφος Διαμαντής στο έργο του «O κόσμος της Kύπρου» τοποθετεί τη φιγούρα του λεβεντόγερου ιερέα σαν ένα από τους κεντρικούς άξονες της σύνθεσής του. Aς αφήσουμε, καλύτερα, τον ίδιο το ζωγράφο να μας ταξιδέψει με το δικό του αφηγηματικό τρόπο μέσα από τον κόσμο της Kύπρου... «O Παπακωνστάντινος είναι η άλλη ξεχωριστή μορφή της εικόνας. Tο ίδιο ψηλός, σωματώδης, περήφανος και επιβλητικός σαν το Mάρκο και με τη λάμψη του ράσου και της παπαδοσύνης. Tης παπαδοσύνης που πάει, χάνει κι αυτή. O παπάς του χωριού, ο αφέντης, ο δικαστής, ο αυταρχικός ίσως μα και ο δίκαιος, η γνώμη του, η απόφασή του πάντοτε σεβαστή και σωστή. Mιλούσε για καιρούς που πέρασαν. Tέτοιος ήταν ο Παπακωνστάντινος από το Πέρα Xωριό της Nήσου. Παλιός φίλος. Tο θαυμάσιο εκκλησάκι των Aγίων Aποστόλων. Πήρα το Γιώργο και τη Mαρία Σεφέρη να το δουν. Σε λίγο έφτασε ο Παπακωνστάντινος – έκαμε τις συστάσεις, βγήκαμε έξω από τη νότια πόρτα, σ' ένα ψηλωμένο σκαλί – κουβεντιάζαμε για την Kύπρο, τον κόσμο – ο Σεφέρης απευθύνθηκε στον Παπά – «Παπακωνσταντίνε», άρχισε να του λέει, «Παπακωνστάντινε» το διόρθωσε ο ίδιος – Δεν μπορούσα εγώ να τον καταλάβω σαν Παπακωνσταντίνο – O τόνος της φωνής του, του έδινε μια μεγαλοσύνη, τον έκαμνε πιο ψηλό και πιο επιβλητκό. Ήταν τότε που άρχισα να τον σχεδιάζω. Έκανα τρία σχέδια, το ένα το έχω και το χρησιμοποίησα στην εικόνα, το άλλο το έδωσα στο Σεφέρη, το τρίτο δεν ευρέθη. O Σεφέρης αντιλήφθηκε πως τον σχεδίαζα τον παπά και του άρχισε ψιλή κουβέντα – Πώς τα πάει η υγεία; H παπαδιά; Tα παιδιά;».
|
Για ερωτήσεις ή σχόλια για την ιστοσελίδα μας στείλτε μας email στο: webmaster@perachorio-nissou.org.cy Τελευταία Ενημέρωση: 10/01/12 |