Ο λαϊκός ποιητής Βάσος Γερμασοΐτης

Ο Βάσος Χριστόφορου Γερμασοΐτης γεννήθηκε στις 5 του Γενάρη του 1910 σε προάστιο της Λεμεσού, τη Γερμασόγεια, και πέθανε σε ηλικία 57 χρονών στο Πέρα Χωριό - Νήσου, την 28η Αυγούστου του 1967. Σε μικρή ηλικία ορφάνεψε από μητέρα και έτσι τον μεγάλωσε η μητριά του.

Σ' εκείνα τα δύσκολα χρόνια για τους κατοίκους του νησιού, κατόρθωσε να τελειώσει την Στ' τάξη του δημοτικού σχολείου. Αργότερα και σε νεαρή ηλικία πήρε το δρόμο του ξενιτεμού, για να βρει καλύτερες συνθήκες ζωής. Ύστερα από πολλές περιπέτειες, έφτασε στην Αλεξάντρεια της Αιγύπτου, όπου βρήκε καταφύγιο στην ελληνική παροικία. Ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος τον βρήκε να εργάζεται σε αμυντικά έργα εναντίον των Ναζί.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που φέρει η ταυτότητά του, εργάστηκε ως στενογράφος αλλά δούλεψε και ως ελαιοχρωματιστής.

Παντρεύτηκε δυο φορές. Tην πρώτη φορά στη γενέτειρά του Γερμασόγεια και τη δεύτερη φορά στο Πέρα Χωριό.

Με την ποίηση άρχισε να ασχολείται από το 1932. Από το 1938 μέχρι το 1952 ο Γερμασοΐτης εξέδωσε 10 ποιητικές συλλογές. ΄Έγραψε συνολικά 339 ποιήματα στην κυπριακή διάλεκτο, με εξαίρεση 7 από αυτά που είναι γραμμένα στην αγγλική γλώσσα.

Μετά το δεύτερο του γάμο σταμάτησε να εκδίδει ποιητικές συλλογές, αλλά δεν ξέρουμε κατά πόσο συνέχισε να γράφει.

Στους λογοτεχνικούς κύκλους του νησιού χαρακτηρίστηκε ως ο κυριότερος εκπρόσωπος του σαρκασμού, της ειρωνείας και της σάτιρας στον τομέα της λαϊκής ποίησης του τόπου μας.

Ο Βάσος Γερμασοΐτης χρησιμοποίησε την καθημερινή γλώσσα, τη γλώσσα του λαού της Κύπρου, «του χωρκάτη». Το παρακάτω κείμενο που βγήκε από τα ίδια τα χέρια του ποιητή αποτελεί μανιφέστο για την κυπριακή τοπολαλιά: Βάσου Γερμασοΐτη, “Για την γλώσσα μας”:

«Έσιει πολλούς που θαρκούνται πως άμα συντυχάννουν την γλώσσαν του τόπου τους, τη συνηθισμένην, την ίσιαν,την γλώσσαν του τζυουρού τους, πως εν νεν’ευκενείς τζαι γυρεύκουν πα’στην κουβένταν τους ν’ανακατώνουν λόγια που, έν’ ο λόος που λαλεί, κοντά μας εν έχουσιν σκέσην κουτσίν! Πά’ ς τούτον ππέφτουν έξω πολλά. Έν’ το μεαλλύττερον λάθος που μπορεί να ένει. Εγιώνη έντζ’ είμαι κανένας μεάλος άδρωπος να φουμιστώ πως τα ξέρω ούλλα, αμμά το σωστόν ένι να πασκίζουμε πάντα μας, τζι’ έσσω μας, τζι’ έξω μας, μακάρι νάν’ τζι ομπροστά στον βασιλέα, να συντυχάννουμεν την γλώσσα μας, την γλώσσαν του τζιουρού μας, τζαι να μεν θαρκούμαστιν πως είμαστιν χωρκάτες τζαι να το λοαρκάζουμεν αντροπήν! Όι ! Καθένας με τον τόπον του. Γιατί να μαχούμαστιν με τα ξενικά, αφούτις εν είμαστιν περατιτζοί. Μέλλιμον η γλώσσα που την συνηθούν τζαι συντυχάννουν την πουτζείθθε έν καλλύττερη που την δικήν μας; Εν πιστεύκω. Τζαι γιατί να πά’ να κάμω έξω, μες τες περασιές, έξι μήνες, έναν γρόνον, τζι ύστερις, ότι πον να στραφώ, να κάμνω πως εν γυρίζ’ η γλώσσα μου τζαι να νεκατώννω λόγια πασανάκατα; Τζείνοι που τα κάμνουν έν’ φουμιστήες τζαι φαντασμένοι.

Η γλώσσα μας, η τζυπριώτιτζη, έν’ η μόνη που έν εξηάστηκεν ύστερις που τόσα βασίλεια που ρέξαν που την Τζύπρουν, πριν τόσα τζαι τόσα γρόνια. Έν η γλώσσα η αρκαία, η ελληνική, τζείνη που συντυχάνναν οι πρωτινοί τζαι πρέπει να την συνηθούμεν ούλλοι μας. Εγιώνη, τον τζαιρόν που’ μουν έξω, όπου έθθεν να πάω να ψουμνίσω, για να κάμω, για να φκιάσω, πρέπεν ν’ αρκέψω τζείνην την γλώσσα μου την γλυτζιάν (του τόπου μας δηλαδή) τζαι να τους κάμνω τζείνους πον εγκαταλαβαίννασιν να γυρεύκουν δραομάνους για να μου συντύχουν.

Έτσι έν’ το σωστόν, καλό! Ποττέ μου εν εξενοσύντυχα παφής επάτησεν τον πόιν μου ποδώθθε.

Τα ποιήματα μου έν’ ούλλα γεμάτα ζωήν τζαι θέμαν του χωρκάτη πόν’ η ρίζα τζι η βάσις ούλλου του τόπου μας».

Άουστος 1939
Ο λαϊκός αυτός ποιητής εξέδωσε τις πιο κάτω συλλογές:

  • Τα πρωτοβρόχια, 1938
  • Αστραπές τζαι τραμουντάνες, 1939
  • Γιατί σιερούμαστιν, 1940
  • Που τημ μιαμ μερκάν στην άλλη, 1942
  • Πόλεμος, πόλεμος!, 1944
  • Πάνω χαρά μας, 1945
  • Στο πόσσιος του λαωναρκού, 1946
  • Όπου καλόν, καλλίττερον, 1952
  • Λόγια της νύχτας! 1952
  • Όσα ξέρω τζι όσ’ ακούω! 1952

Ο Βάσος Γερμασοΐτης καταπιάνεται στο έργο του με τις καθημερινές ασχολίες και τα βάσανα του απλού λαού. Mέσα από την ποίησή του προβάλλεται η αξία του ως ανθρώπου της υπαίθρου, η ευφορία της ψυχής του χωριάτη από την καλή σοδειά, καυτηριάζεται η αφέλεια των χωρικών μέσα από σατιρικές καταστάσεις, η εκτόπιση της βράκας από το παντελόνι με όλα τα συνεπακόλουθά της, το δράμα των μεταλλωρύχων, η ψυχοσύνθεση του φυλακισμένου, η οδύνη της ορφάνιας, η εκμετάλλευση των φτωχών από τους πλούσιους, η ανάπτυξη φυσιολατρικής συνείδησης, η καλλιέργεια αντιπολεμικού χαρακτήρα και άλλα.

Παραθέτουμε ενδεικτικά τέσσερα ποιήματά του:

ΕΝΑΝ ΣΥΣΤΗΜΑΝ

Εμάθαν ένα σύστημαν μες το χωρκόν
τζαι προπαντός κάτι μεσοτζαιρίτες,
την βράκαν, την ποϊναν εν την θέλου πκιον
τζαι πκιάννουν που την μόδαν τους πολίτες.

Μα σίλια τζι αν αλλάξουν τζι αν ι-στολιστούν,
κασμίρκα μέραν νύχταν να φορούσιν,
εν ι-ξορτώνουν στάξην να ξηβκενιστούν,
μήτε στου κόσμου την σειράν να μπούσιν.

Να φάσιν εν ι-ξέρουν, εν πολλά μακρά.
Να παρπατήσουν, χωρκατοδείγνουν.
Τα λόγια τους που συντυχάννουν εν χοντρά,
τα χάνια που συχνάζουν εν τ’αφήννουν.

Είντα τη βκάλλουν τζαι την βράκαν μανιχά
πόν’ μαθημένοι πάντα τζαι φορούσιν
τζι εν την αφήννουν μάγκου που φτυχά
κάλιον μες τα χωράφκια που βουρούσιν

Εγράφτηκεν μες στες
11 του Σεττέβρη 1935.

Mετά το 1952, που ήταν και ο χρόνος έκδοσης της τελευταίας του συλλογής, τα ποιητικά σημάδια του Γερμασοΐτη χάνονται από το φως της δημοσιότητας.

Ίσως, το μόνο ποίημα που έγραψε μετά το δεύτερό του γάμο και την εγκατάστασή του πλέον στο Πέρα Χωριό - Νήσου, είναι αφιερωμένο στη Χαρούλλα, τη δεύτερη του γυναίκα, γραμμένο στις 30 του Απρίλη 1955. Το αναδημοσιεύουμε από την εφημερίδα “Κήρυκας” στη χειρόγραφη του μορφή.

Το επόμενο ποίημα έχει σαν κύριο άξονα το δράμα της φτωχολογιάς, που ήταν από ανέκαθεν το αντικείμενο εκμετάλλευσης των πλουσίων. Γραμμένο κι αυτό στη δεκαετία του ‘ 30, αντανακλά την τότε κυπριακή πραγματικότητα.

ΠΑΝΤΑ ΦΤΩΧΟΣ

Λαώννεται, σκοτώννεται που την δουλειάν
ο μαύρος ο Γιωρκάτζης νύχταν μέραν,
σιτάριν του, πατάταν του ως την ελιά,
να τα γιωρκήσει τζι εν τα βκάλλει πέρα.

Στις αίγιες, στο ζευκάριν μισταρκούς πολλούς,
τζι ακόμα μάχουνται τζαι τα παιδκιά του.
Θωρείς τον λοαρκάζεις τον που τους καλούς,
μ’ αν ρωτήσεις, έν’ κρουσμένη καρκιά του.

Έν’ πεντακόσιες οι λιρούες που γρωστεί!
Εν’ χωραττάς; αμάνταν βρίσκει το κορμίν του;
Μακάρι μέσα στα ριάλια να χωστεί,
Εν ι - ξοβλά ποττέ του στην ζωήν του!

Τζαι να’ σιει τζαι τον έμπορον, κάθε βολάν
πο’ ν’ νά’ ρτει μες την πόλην, να τον κάμνει
δκυο ππαραδκιών. Χωρκάτη, ττόππουζε, βρακά,
να του φωνάζει, βίρα να τον λάμνει.

Τζαι τζείνος με το «κύριε» τζι «αφεντικόν»
τζι όπου τον δει να φκάλλει το σκουφίν του.
Του κόσμου το αθάνατον που το χωρκόν
να του φέρει, δίχα την βουλήν του.

Ο μαύρος ο Γιωρκάτζης εν θωρεί τ’ ομπρός.
| Στην υστερκάν το μάλιν του πουλιέται,
εν’ καταδικασμένος πάντα να’ ν’ φτωχός
τζαι ττόππουζος, χωρκάτης να λοέται.

Από την ποιητική του συλλογή «Λόγια της Νύχτας» που ανήκουν στα λεγόμενα «μυλλωμένα» ποιήματα, παραθέτουμε το ακόλουθο ποίημα:

ΓEPAMATA

- Άτε Γιωρκή, ποσπάζου, τζαι ποστάθηκα!
Πόσην ώρα να σ’ έχω πανωθκιόν μου
τζαι χάννομεν τον ύπνον μας έτσ’ άδικα;

- Εν ι-μπορώ, λυπήθου με, τζαι μεν λάμνεις,
εντζ’ είμαι στρούθος βίρα μάνι μάνι!
-Έπαρε πομονήν, πελλάρες μεν κάμνεις,
πέρκι τα καταφέρω γιάλι γιάλι.

- Άτε Γιωρκή, ποσπάζου, δε τες πλήξες σου,
δε το ζευκαλαδκιόν σου, τα χτηνά σου,
δρώννεις, ξιδρώννεις, τρέχουσιν οι μύξες σου,
επέλλανες τωρά στα στερινά σου!

Έι, Στυλλού, κοντεύκω, περιποίθου με,
κλώστου τζαι σου, τα μαύρα, νακκουρούιν,
μιαν ώραν που σ’ ερκάστηκα, λυπήθου με,
τέλεια μεν κάμνεις ούλα το μωρούιν...

Έτσι λοής, που κάτω που το πάπλωμαν
ο γέρος τζ’ η γερόντισσα σσωτζιούνται,
τζ’ άλλον που των ρούχων κάμποσον μάκκωμαν
εν κάμνουν τίποτ’ άλλο τζαι τζοιμούνται!

Γέρημα νειάτα! Πάτε τζ’ εν ι- στρέφεστε,
τζαι πίσω σας γεράματα κλουθούσιν.
Τον γέρον τον φτωχόν εν τον ι - σκέφτεστε,
τα κκέφκια του που θέλουν να γενούσιν;

Tο 1959 μετά από ένα φοβερό δυστύχημα, ο νεαρός χωριανός Aλέξης Nικολάου έχασε τη ζωή του σε πετρελαιοδεξαμενή στη Λάρνακα. Ο γείτονάς του Βάσος Γερμασοΐτης, συγκινημένος κι αυτός από το τραγικό συμβάν, έγραψε στη μνήμη του Αλέξη το ακόλουθο ποίημα:

(Διατηρούμε την ορθογραφία του χειρογράφου του Γερμασοΐτη)

ΓIA TO XAMO TOY AΛEΞH

Εχάθηκες Αλέξη μας,
έκοψες την κλωστήν σου,
εχάσαμεν τ’ αστεία σου,
το λέεισ σου, το πεισ σου.

Έχασεν ούλλον το χωρκόν
έναν γερόν βλαστάριν,
έναν λεβέντην, δουλευτήν,
άξιον παλληκάριν.

Εχάσασ σε οι παρέες σου
οι φίλοι τζι οι γνωστοί σου,
εχάσασ σε οι κουμπάροι σου,
τ’ αδέρρκια σου, οι γονιοί σου

Εχάσασ σε οι γειτόνοι σου
οι κόρες σου π’ αγάπας,
ο γιος σου, η γεναίκα σου
τζι οι στράτες που περπάτας.

Εχάσαν οι επιβάτες σου
τον ταχτικόν τους φίλον,
τ’ άψυχον τ’ αυτοκίνητον,
έχασέσ σε τζιαι τζείνον.

Έτσ’ άξιππα τζι ανόρπιστα
έσβυσες εποσπάστης,
χωρίς ορπίαν νά’ χωμεν
μιτά μας να ξανάρτης.

Τζι απόν πολλύς ο πόνος μας
για τον χαμόν σου Αλέξη,
ούλλοι μας εβοβώσαμεν
τζι επκιάσεμ μας η σκέψι.

Γιατ’ είσουν νέος τζι άξιος
τζι έπρεπέσ σου να ζήσης,
γιατ’ είσσιες γαίμαν τζιαι ζωήν
να δράσης να βουρήσης.

Τζιοιμού σαν ετζιοιμήθηκες,
νεπαύκου σαν τζιοιμάσαι,
τζι ώσπου λαχτούμεν στουν την γην,
στην έννιαμ μας εν νά’σαι.

Εγράφτηκεν μες τις 12 τ’ Απρίλη, 1959.
Βάσος Χριστοφόρου
Γερμασοΐτης

Ημερολόγιο Εκδηλώσεων