|
ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΕΡΑ ΧΩΡΙΟΥ ΚΑΙ ΝΗΣΟΥ
|
|
|
ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ
Το έδαφος στο οποίο λειτουργεί ο πιο πάνω σκυβαλότοπος ανήκει διοικητικά στην Αγία Βαρβάρα όμως λόγω της θέσης του επηρεάζει σε πολύ μεγάλο βαθμό τη κατοικημένη περιοχή των κοινοτήτων μας . Εδώ και είκοσι (20) χρόνια ο ανεπαρκής και ακατάλληλος τρόπος λειτουργίας του σκυβαλότοπου (χωματερή) προκαλεί τα έντονα παράπονα και τις δικαιολογημένες διαμαρτυρίες των κατοίκων μας .Το κάψιμο των σκυβάλων αλλά και η απαράδεκτη και αντιεπιστημονική μέθοδος της επίχωσης που χρησιμοποιείται , δημιουργούν έντονη δυσοσμία κυρίως κατά τη καλοκαιρινή περίοδο. Τα τελευταία χρόνια παρατηρήθηκε τρομερή αύξηση τόσο των μυγών, των αδέσποτων σκύλων όσο και της ποντίκας ενώ τις συνέπειες από τη μόλυνση των υδροφόρων στρωμάτων και τις συνεχείς εκπομπές βιοαερίου ίσως θα πρέπει να τις αντιμετωπίσουμε στο άμεσο μέλλον . Όλο αυτό το διάστημα των 20 χρόνων απευθυνόμαστε σαν Κοινοτικό Συμβούλιο σ’ όλα ανεξαίρετα τα αρμόδια Υπουργεία και Κυβερνητικά Τμήματα, τη Βουλή αλλά και στο Δήμο Λευκωσίας. Κρατώντας χαμηλούς τόνους και πιστεύοντας απόλυτα στήν ορθότητα τών επιχειρημάτων μας ζητούμε τη μετακίνηση του σκυβαλότοπου σε άλλο κατάλληλο χώρο και εκεί να λειτουργήσει εξαρχής πάνω σε σωστή και επιστημονικά αποδεκτή βάση ακριβώς όπως καθορίζει και η Ευρωπαϊκή Ένωση με τη λειτουργία των ΧΥΤΑ. Άμεση θα πρέπει να είναι η αποκατάσταση του υφιστάμενου χώρου και η διαμόρφωσή του ώστε να γίνει περιβαλλοντικά αποδεκτός. Τονίζουμε τέλος οτι είμαστε κάθετα αντίθετοι σε τυχόν επέκταση η αναβάθμιση του σκυβαλότοπου στη γύρω περιοχή.
Λίγα λόγια πρώτα για το Καρστικό φαινόμενο και τις καταβόθρες Το καρστικό φαινόμενο είναι αποτέλεσμα της χημικής διάλυσης του γύψου από το φρέσκο νερό που εισέρχεται και κυκλοφορεί μέσα σε αυτό, με αποτέλεσμα την δημιουργία κενών ή σπηλαίων ή καρστικών εγκοίλων όπως αυτά ονομάζονται. Η κατάρρευση των υπερκείμενων στρώσεων (κυρίως αμμοχάλικων) πάνω από καρστικά έγκοιλα, τα οποία είναι συνήθως κοντά στην επιφάνεια του εδάφους, έχει σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία καταβόθρων διαφορετικής διαμέτρου και βάθους.
Κάθε φορά που υπάρχει ροή νερού στον ποταμό, το νερό αυτό διαμέσου των καταβόθρων ή άλλων ανοιγμάτων εισρέει και κυκλοφορεί μέσα στο γύψο με αποτέλεσμα να δημιουργούνται ευνοϊκές συνθήκες είτε για μεγέθυνση των υφιστάμενων καταβόθρων είτε για δημιουργία νέων. Επίσης το φρέσκο νερό του ποταμού εισρέοντας και κυκλοφορώντας μέσα στο γύψο εξασκεί τόσο μηχανική όσο και χημική επίδραση, δηλαδή συμπαρασύρει υλικά του γεμίσματος των κενών των καταβόθρων ή σπηλαίων και ταυτόχρονα συνεχίζει την διάλυση του γύψου.
Αιτία για την εμφάνιση του φαινομένου αυτού στην περιοχή μας είναι αφ’ ενός η γεωλογία της περιοχής και αφ’ εταίρου ο δραστικός υποβιβασμός της στάθμης του νερού μέσα στο γύψο, εξ’αιτίας της υπεράντλησης νερού μέσω των γεωτρήσεων. Το φαινόμενο αυτό έγινε εμφανές στα μέσα του 1992 και ήταν η αιτία για τη διεξαγωγή μελέτης αλλά και σειράς ερευνητικών γεωτρήσεων από τις αρμόδιες κυβερνητικές υπηρεσίες. Συγκεκριμένα οι έρευνες αυτές διεξήχθησαν σε δύο φάσεις και είχαν σαν στόχο την προσπάθεια οριοθέτησης της ζώνης επικινδυνότητας. Προς τον σκοπό αυτό διεξήχθησαν περισσότερες από 36 ερευνητικές γεωτρήσεις ενώ ταυτόχρονα χρησιμοποιήθηκαν και γεωφυσικά στοιχεία που υπήρχαν στο τμήμα γεωλογικής επισκόπησης από παλαιότερες έρευνες. Αποτέλεσμα της έρευνας αυτής ήταν ο τελικός χάρτης ο οποίος μας παραδόθηκε στα μέσα του 2000 και ο οποίος παρουσιάζει λεπτομερώς τις διάφορες ζώνες επικινδυνότητας. Ζώνες επικινδυνότητας Επειδή ο καθοριστικός παράγοντας για την δημιουργία των καταβόθρων στην περιοχή μας είναι η ίδια η γεωλογία περιοχής του ποταμού Γιαλιά, γι’ αυτό και ο μεγαλύτερος αριθμός των καταβόθρων εμφανίζεται μέσα στην ίδια την κοίτη του ποταμού καλύπτοντας μια απόσταση συνολικού μήκους σχεδόν ενός χιλιομέτρου. Τα τελευταία χρόνια εμφανίστηκαν καταβόθρες και εκτός της κοίτης στα βόρεια του ποταμού προς την πλευρά της Νήσου. Τα βάθη του γύψου γενικά προς αυτή την πλευρά είναι σχετικά μικρά, ενώ στα Νότια του ποταμού προς το Πέρα Χωριό ο γύψος βυθίζεται απότομα σε μεγαλύτερα βάθη με αποτέλεσμα να μην εμφανιστούν καθόλου καταβόθρες. Ο διαχωρισμός των ζωνών επικινδυνότητας έγινε με κριτήριο το βαθμό επικινδυνότητας σε σχέση με οποιαδήποτε πολεοδομική ή άλλη οικοδομική ανάπτυξη και κατ’ επέκταση με γνώμονα τις συνθήκες ασφάλειας που απαιτούνται τόσο για τις υφιστάμενες όσο και για τις μελλοντικές κατασκευές. Ταυτόχρονα τονίζεται με έμφαση ότι τα όρια των διαφόρων ζωνών δεν θα πρέπει να θεωρηθούν απόλυτα αλλά ενδεικτικά – προσεγγιστικά. Οι ζώνες που διαχωρίστηκαν στη περιοχή είναι οι ακόλουθες: Ζώνη με επικινδυνότητα Πρώτου βαθμού Η ζώνη αυτή καλύπτει την κοίτη του ποταμού και περιοχές πλησίον της κοίτης. Στη ζώνη αυτή υπάρχουν διάσπαρτες καταβόθρες καθώς και υπόγεια έγκοιλα. Ταυτόχρονα χαρακτηρίζεται από τα μικρά βάθη του γύψου και τα υπερκείμενα στρώματα με χαμηλές αντοχές. Για το λόγο αυτό δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο εμφάνισης νέων καταβόθρων οποιαδήποτε χρονική στιγμή μετά από νέες ροές του ποταμού. Κατά συνέπεια η ζώνη αυτή δεν μπορεί να προσφέρει ικανοποιητικές συνθήκες ασφάλειας γι’ αυτό και συστήνεται όπως αποφευχθεί κάθε πολεοδομική ανάπτυξη στη ζώνη αυτή. Ζώνη με επικινδυνότητα Δευτέρου βαθμού Η ζώνη αυτή είναι πιο απομακρυσμένη από την κοίτη του ποταμού σε σχέση με την προηγούμενη, και δεν έχουν παρατηρηθεί μέχρι σήμερα καταβόθρες. Το βάθος του γύψου εδώ είναι μεγαλύτερο γι’ αυτό το ενδεχόμενο εμφάνισης καταβόθρων είναι πιο απομακρυσμένο παρ’ όλο που δεν αποκλείεται. Γι’ αυτό τον λόγο προτείνεται όπως σε κάθε περίπτωση πολεοδομικής ανάπτυξης μέσα στην ζώνη αυτή, ο ιδιοκτήτης διεξάγει λεπτομερή γεωλογική έρευνα στον χώρο κατασκευής του έργου του, ούτος ώστε να καταλήγει στο κατάλληλο σχεδιασμό της θεμελίωσης του και να αναλαμβάνει ο ίδιος την ευθύνη της ασφάλειας του έργου. Μη επικίνδυνη ζώνη Στη ζώνη αυτή ο γύψος είναι σε αρκετά μεγάλα βάθη κι’έτσι θεωρείται απομακρυσμένο κάθε ενδεχόμενο εμφάνισης καταβόθρων. Κατά συνέπεια οι συνθήκες ασφάλειας στη ζώνη αυτή θεωρούνται γενικά ικανοποιητικές. Τρόποι επίλυσης του προβλήματος Δυστυχώς λύσεις όπως εκτροπή ή ισοπέδωση στην κοίτη του ποταμού κ.λ.π. δεν αναμένεται να δώσουν μόνιμες και ασφαλείς λύσεις. Η μόνη λύση που αναμένεται να αποδώσει είναι η επαναφορά του συστήματος στην αρχική φυσική κατάσταση του. Για το σκοπό αυτό πρέπει να γίνει προσπάθεια ανάκαμψης της στάθμης του υπογείου νερού με την διακοπή της υπεράντλησης. Αποτέλεσμα αυτού θα είναι σταδιακά να μειωθεί και σε κάποια χρονική περίοδο να σταματήσει η εισροή όμβριου νερού στις καταβόθρες και γενικά στο γύψο. Αυτό αφορά την επιστημονική προσέγγιση του θέματος των καταβόθρων. Υπάρχει όμως και το θέμα των ιδιοκτησιών που βρίσκονται στη ζώνη Α΄ και Β΄ βαθμού επικινδυνότητας και για ορισμένες περιπτώσεις, υπάρχει και το ανθρωπιστικό θέμα. Όπως είναι γνωστό 3 οικογένειες στο Πέρα Χωριό και άλλες τόσες στη Νήσου υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. ΄Ενα άλλο θέμα που θα αρχίσει να προωθείται είναι η αντικατάσταση όλων των υπόλοιπων περιουσιών που βρίσκεται στη ζώνη Α΄ Βαθμού επικινδυνότητας εφόσον αυτή βρίσκεται σε Λευκή ζώνη όπου δεν μπορεί να γίνει καμιά αξιοποίηση της. Σε ότι αφορά την περιοχή Β΄ Βαθμού επικινδυνότητας, με ενέργειες του Συμβουλίου, αποφασίστηκε ότι το κόστος για τη διερεύνηση των τεμαχίων θα το αναλαμβάνει το Κράτος στο στάδιο που θα υποβάλλεται αίτηση για ανέγερση κατοικίας. Φυσικά θέση του Συμβουλίου από την αρχή είναι ότι θα πρέπει να εφαρμοστούν οποιεσδήποτε επιστημονικές μέθοδοι ώστε το φαινόμενο να σταθεροποιηθεί για να αποκλειστούν οποιοιδήποτε κίνδυνοι. Το Συμβούλιο με την ευκαιρία κάνει έκκληση σε όλους τους κατοίκους να μη επισκέπτονται την περιοχή Α΄ Βαθμού επικινδυνότητας και να μην αφήνουν τα παιδιά τους για κανένα λόγο να προσεγγίζουν την περιοχή αυτή.
|
Για ερωτήσεις ή σχόλια για την ιστοσελίδα μας στείλτε μας email στο: webmaster@perachorio-nissou.org.cy Τελευταία Ενημέρωση: 10/01/12 |