ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΕΡΑ ΧΩΡΙΟΥ ΚΑΙ ΝΗΣΟΥ

                                                                   

                                  Home ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΧΟΡΗΓΟΙ ΜΗΝΥΜΑΤΑ

 

English
ΤΑ ΔΥΟ ΧΩΡΙΑ
ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ
ΤΟΠΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ
ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ
ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ 2012
ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
ΑΘΛΗΤΙΚΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
ΔΙΔΥΜΟΠΟΙΗΣΗ
Σ.Κ.Ε.
ΣΥΜΒ. ΣΤΑΘΜΟΣ
ΧΟΡΩΔΙΑ
ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ
ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ
ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ
ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΙ
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ
ΑΡΧΕΙΟ
ΧΑΡΤΕΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ
ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ
BINTEO
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

 

ΤΑ ΔΥΟ ΧΩΡΙΑ

Η Νήσου

Γεωγραφική Θέση

 

  Η Νήσου είναι χωριό της επαρχίας Λευκωσίας, και απέχει από την πρωτεύουσα, προς τα νότια, γύρω στα 15 χιλιόμετρα. Είναι κτισμένη στη βόρεια όχθη του ποταμού Γιαλιά..  Ο παλιός δρόμος Λευκωσίας – Λεμεσού διασχίζει το χωριό, ενώ ο νέος δρόμος, διπλής κατεύθυνσης, διέρχεται από τα βορειοδυτικά του χωριού.  Η Νήσου βρίσκεται σχεδόν στο κέντρο της Κύπρου, σε πολύ πλεονεκτική θέση όσον αφορά και τη σύγχρονη συγκοινωνία, αφού μέσα σε 10 λεπτά μπορεί κάποιος να φτάσει στη Λευκωσία, μέσα σε 20 λεπτά στη Λάρνακα και 35 λεπτά στη Λεμεσό.

 

Ονομασία 

  Στα παλιά χρόνια, το χωριό Νήσου έμοιαζε με μικρό νησί, αφού βρεχόταν γύρω γύρω από τον ποταμό Γιαλιά.  Ο ποταμός καθώς ερχόταν ορμητικός από τα βουνά του Μαχαιρά χωριζόταν στην περιοχή της Νήσου σε δύο σκέλη τα οποία έσμιγαν πάλι προς τα Ανατολικά ( στην περιοχή του Δαλιού ).   Έτσι το χωριό πήρε το όνομα Νήσος ή Νήσου.

 

Γεωλογικά – Κτηματολογικά Στοιχεία

  Από γεωλογική άποψη, η έκταση της Νήσου μοιάζει με εκείνη του γεωλογικού σχηματισμού της Λευκωσίας, δηλαδή αποτελείται από ασβεστολιθικούς ψαμμίτες, κροκάλες, ψαμμιτικές μάργες, σύναγμα, εναλλασσόμενες στρώσεις κιμωλιών και αλλουβιακές αποθέσεις.  Πάνω στα στρώματα αυτά δημιουργήθηκαν αργότερα ερυθρογαίες, ξερορεντζίνες, ασβεστούχα και προσχωγενή εδάφη.  Η έκταση της φτάνει τις 7.102 σκάλες. Το υψόμετρο στην περιοχή κυμαίνεται μεταξύ 230 και 290 μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας. Η Νήσου δέχεται μια ετήσια βροχόπτωση γύρω στα 360 χιλιοστόμετρα.

 

Πληθυσμιακά στοιχεία 

  Οι πρώτες επίσημες απογραφές του πληθυσμού χρονολογούνται με την έναρξη της αγγλοκρατίας στην Κύπρο, στα 1878.

Για τη Νήσου, το 1881 οι κάτοικοι ήταν 471 που μειώθηκαν σε 237 το 1891. Το 1901 έφτασαν τους 287, το 1911 μειώθηκαν στους 279, το 1921 αυξήθηκαν στους 369, το 1931 σε γενικό σύνολο 376 κατοίκων οι 257 είναι Ελληνοκύπριοι και 119 Τουρκοκύπριοι. To 1946 έφτασαν τους 433 ( 314 Ελληνοκύπριοι και 119 Τουρκοκύπριοι ), το 1960 ο πληθυσμός ανήλθε στους 474 ( 366 Ελληνοκύπριοι και 108  Τουρκοκύπριοι ).

  Μετά το 1964, ένεκα των διακοινοτικών ταραχών που ακολούθησαν την τουρκοκυπριακή ανταρσία, οι περισσότεροι Τουρκοκύπριοι κάτοικοι του χωριού εγκατέλειψαν τον τόπο και μετακινήθηκαν σε άλλα αμιγή τουρκοκυπριακά χωριά,  μέσα στα πλαίσια οδηγιών της Άγκυρας για τη δημιουργία στην Κύπρο ισχυρών τουρκοκυπριακών θυλάκων. Η απογραφή του 1973 έδειξε ότι στο χωριό υπήρχαν 455 κάτοικοι από τους οποίους οι 444  Ελληνοκύπριοι και 11  Τουρκοκύπριοι.

  Μετά την τουρκική εισβολή, η Νήσου δέχεται ένα σημαντικό αριθμό προσφύγων και στη διοικητική της περιφέρειας ιδρύθηκαν συνοικισμοί αυτοστέγασης. Το 1976 οι κάτοικοι μαζί με τους εκτοπισμένους ανέρχονταν  στους 718  που αυξήθηκαν στους 832  το 1982. Σήμερα οι κάτοικοι της Νήσου φτάνουν τους 1600. 

 

Ιστορικά Στοιχεία 

  Σύμφωνα με ανασκαφικές μαρτυρίες, η περιοχή του βασιλείου του Ιδαλίου με την ευρύτερη γύρω περιοχή, ήταν τουλάχιστον κατοικημένη από το 17ον αιώνα π.Χ. Κατά την παράδοση που διασώζει ο Στέφανος Βυζάντιος ( Επιτομή Εθνικών ) το βασίλειο του Χαλκάνορα ιδρύθηκε κατά την διάρκεια του αποικισμού της Κύπρου από τους Αχαιούς ( 14ος αιώνας π.Χ. ). Δεν υπάρχουν όμως μαρτυρίες που να αποδεικνύουν κατά πόσο η Νήσου ως αρχαίος οικισμός προϋπήρχε του βασιλείου του Χαλκάνορα ή κτίστηκε παράλληλα με αυτό. 

Η πρώτη μαρτυρία για το χωριό της Νήσου  ανάγεται στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες,  οπόταν ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός  στη “ Χρονολογική Ιστορία ” του αναφέρει ότι κοντά στη Νήσου υπήρχε αρχαίος τάφος με μαρμάρινη σαρκοφάγο,  που θεωρείται ως ο τάφος του τοπικού Αγίου , του Επαφρά ή Επαφρόδιτου, που ήταν ένας από τους 70 αποστόλους του Ιησού. Το γεγονός ότι, σε χαμηλό λόφο στα βορειοανατολικά της Νήσου, βρίσκεται υπόγεια εκκλησία ( κατακόμβη ) αφιερωμένη στον Άγιο Ευτύχιο ( Επαφρά ; ),  που αρχικά πιστεύεται ότι ήταν αρχαίος τάφος, μαρτυρά την ύπαρξη οικισμού στην περιοχή της Νήσου κατά τους προχριστιανικούς χρόνους. 

   Κατά τη διάρκεια της βυζαντινής περιόδου στην Κύπρο ( 395 – 1191 μ. Χ. ) δεν έχουμε καμιά ειδική αναφορά σχετικά με τους κατοίκους του χωριού, παρόλο που θεωρείται βέβαιη η συνέχιση της ζωής από τα παλιά χρόνια. Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας στην Κύπρο ( 1191 – 1489 μ.Χ. ), υπάρχουν μαρτυρίες που αναφέρουν ότι η Νήσου ήταν βασιλικό φέουδο. 

Το 13ον αιώνα μ.Χ. και συγκεκριμένα στα 1221 μ.Χ., ο Λατίνος αρχιεπίσκοπος Ευστόργιος είχε ιδρύσει στη Νήσου καθολική εκκλησία, ύστερα από παράκληση του William Vicomte και της συζύγου του.  Φαίνεται ότι το χωριό ανήκε στον ευγενή αυτόν. 

Στις αρχές του 14ου αιώνα αναφέρεται ότι στη Νήσου έγιναν διαπραγματεύσεις μεταξύ των απεσταλμένων του αντιβασιλιά Αμωρύ ( 1306 – 1310 μ.Χ.) και εκπροσώπων των Ναϊτών ιπποτών σχετικά με την παράδοση των Ναϊτών,  ύστερα από απαίτηση του Πάπα. 

Ένας μεσαιωνικός ταξιδιώτης, ο Seigneur dAnglure ( τέλη του 14ου αιώνα ) γράφει σε κείμενό του ότι, καθ’ οδόν προς το Σταυροβούνι από την πρωτεύουσα Λευκωσία, φιλοξενήθηκε στο χωριό Νήσου, σε κάποιο κατάλυμα που ανήκε στον βασιλιά της Κύπρου.  Ο ταξιδιώτης αυτός αναφέρει το χωριό με τη φράγκικη ονομασία Νissa. Σε παλιούς χάρτες βρίσκεται σημειωμένη ως Νiso  και Nison ( Ντε Μας Λατρί ). Σημαντική είναι η μαρτυρία του Κύπριου χρονογράφου Γεώργιου Βουστρώνιου,  που αναφέρει ότι το χωριό παραχωρήθηκε το 1460 μ.Χ. στο βισκούντη της Λευκωσίας, Νικόλαο Μοράμπιτ, από το βασιλιά Ιάκωβο Β′ το Νόθο.  Ο Μοράμπιτ πήρε μάλιστα και τις γύρω περιοχές ως δώρο. 

“ .. Και εχάρισεν του Μοραπίτου την Νήσουν με τα προάστιά της .. ” 

  Από τη μαρτυρία αυτή μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η Νήσου κατείχε εξέχουσα θέση στην περιοχή,  λόγω του εύφορου εδάφους και των άφθονων νερών της, τόσο του ποταμού Γιαλιά όσον και των φυσικών πηγών, που οι ντόπιοι τα αποκαλούν “ τρεξιμιά”.  Ως τέτοια αναφέρουμε το “ πορτολάωμα ή τρεξιμιό του Φράγκου ”, που μέχρι την τουρκική εισβολή έρρεε άφθονο.  Αυτό κατερχόμενο από τα δυτικά του χωριού, διέσχιζε μέσω τεχνητού αυλακιού το τσιφλίκι και κατευθυνόταν προς τα ανατολικά. 

  Εκτός όμως από τη Νήσου, ο βασιλιάς παραχώρησε στο βισκούντη και τα προάστιά  της. Εδώ, με την έννοια προάστια ίσως να εννοούνται τα γύρω χωριά, δηλαδή το Δάλι, η Ποταμιά, η Αλάμπρα και η Αγία Βαρβάρα ( πρώην Άγιος Γεώργιος ).  

Όλα μαζί αυτά τα χωριά, ίσως  αποτελούσαν ένα μεγάλο φέουδο – τσιφλίκι.  Η έδρα του φεουδάρχη – τσιφλικά  θα ήταν στη Νήσου.  Το πιο πιθανόν θα αποκαλείτο Νήσου ολόκληρη η περιοχή ( μεγαλοφέουδο ) που διοικούσε ο βισκούντης,  δηλαδή το χωριό Νήσου, μαζί με τα προάστια.  Αναμφίβολα το τσιφλίκι πρέπει να διαδραμάτισε σοβαρό οικονομικοπολιτικό ρόλο στα πράγματα του χωριού. Γύρω απ’ αυτό, τουλάχιστον από το μεσαίωνα και ύστερα, πλέκεται η ιστορία της Νήσου,  και όπως θα δούμε και παρακάτω, και του γειτονικού χωριού, του Πέρα Χωριού.

  Οι ντόπιοι οριοθετούν το τσιφλίκι του Φράγκου ως εξής: 

“ Το τσουβλίτζιν του Βράγκου άρκεφκεν απού την πύλη

( φαίνεται ότι υπήρχε μεγάλη πύλη – πόρτα, που μπορούσε κάποιος, μάλλον με σχετική άδεια, να μπει στα εδάφη του άρχοντα ), τζαμαί που εν το τρεξιμιόν, λλίον πιο κάτω που εν ο Αϊ Ευτύσιης, τζαι ’ πήεννεν μακρά, ως τα δαλίτικα ”. 

  Μια φυσική μαρτυρία, που ευτυχώς διασώζεται μέχρι σήμερα, είναι το μεγάλο κυπαρίσσι, που οι παλιοί χωριανοί το δείχνουν με ρομαντική νοσταλγία, παρ’ όλες τις κοινωνικοοικονομικές κακουχίες που πέρασαν μερικοί απ ’αυτούς και πολύ περισσότερο οι γενιές τους, ξενοδουλεύοντας “ γέννημαν βούττημαν του ήλιου ” για ένα κομμάτι ψωμί,  λέγοντας: “ Έτο! Τούτον εν το τζυπαρίσσιν του Βράγκου. ” 

  Κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας η Νήσου πιθανόν να περιήλθε στα κρατικά αγροκτήματα και στη συνέχεια κατασχέθηκε από τους Τούρκους ( 1570 – 1571 μ.Χ.).  

Το ότι οι νεοφερμένοι Τούρκοι κάτοικοι της Νήσου ονόμαζαν το χωριό Disdar ( που ερμηνεύεται ως φρουρός του κάστρου ), δείχνει ότι η λέξη  “ Νήσου ” αναφερόταν σε όλη την περιοχή ( χωριό Νήσου και προάστια ). 

  Η Νήσου, πιθανόν,  ένεκα της διοικητικής της σημασίας μετονομάστηκε σε “ φρουρό του κάστρου – Disdar ”,  με τη στενή έννοια της λέξης ότι δηλαδή ο οικισμός που δημιουργήθηκε έξω από το αρχοντικό αποτελούσε την άμεση στρατιωτική υποστήριξη του φέουδου ( δεν αποκλείεται οι κάτοικοι – εργάτες να προσλαμβάνονταν στις εργασίες του τσιφλικιού με την υποχρέωση να παρείχαν και στρατιωτική βοήθεια ).  Μπορεί όμως και ολόκληρη η περιοχή του μεγαλοτσιφλικιού (Νήσου και προάστια ) να αποτελούσε τη φρουρά του μεγαλοτσιφλικιού, σαν ένα είδος εφεδρικής επιστράτευσης σε ώρα κινδύνου.

  Με την κάθοδο των Τούρκων ( 1570 – 1571 μ.Χ. ) το χωριό συμπεριέλαβε στη σύνθεση του και Τούρκους , εκτός δηλαδή από Έλληνες και μερικούς Λατίνους που προϋπήρχαν. Στο τσιφλίκι δούλευαν πολλοί φτωχοί άνθρωποι, τόσο της Νήσου όσο και των γύρω περιοχών.

Εξαιτίας της οικονομικοκοινωνικής δομής του φέουδου, έπρεπε μέσα σ ’αυτό να παράγονται όλα τα αγαθά.  Για το σκοπό αυτό οι εργάτες καλλιεργούσαν τα σιτηρά,  βαμβάκι ( σύγχρονες μαρτυρίες αναφέρουν ότι υπήρχαν πολλά “ γουλαππούθκια ” για να επεξεργάζονται το βαμβάκι ), σταφύλια και στα νεότερα χρόνια πατάτες.  Ακόμα αναφέρεται ότι μέσα στο τσιφλίκι υπήρχε αλακατόλακκος καθώς επίσης και αλευρόμυλος  που κινείτο με υδροενέργεια. Αξίζει να αναφερθεί ότι το τσιφλίκι του Φράγκου, σύμφωνα με μαρτυρίες των σύγχρονων κατοίκων, τόσο στα μεσαιωνικά όσο και στα νεότερα χρόνια  (Τουρκοκρατία – Αγγλοκρατία ) απολάμβανε του δικαιώματος της ασυλίας και δεν αποκλείεται το δικαίωμα αυτό να παραχωρήθηκε ευθύς εξαρχής στο βισκούντη Μοράμπιτ το 15ον αιώνα μ.Χ. και να διατηρήθηκε μέχρι τη διάλυσή του.

  Για υποστήριξη της πληροφορίας αυτής παραθέτουμε δυο περιπτώσεις ανθρώπων που υπέπεσαν σε σοβαρό αδίκημα και βρήκαν ασυλία στο τσιφλίκι. Η πρώτη περίπτωση είναι κάποιου με το επίθετο ( ψευδώνυμο ;)  Ξυνιστέρης , ο οποίος,  όπως λέγεται, αφού περιπλέχτηκε σε καβγά,  σκότωσε κάποιο συνάνθρωπό του και η δεύτερη περίπτωση είναι αυτή της Κουτσοτταλλούς, που για άγνωστους προς εμάς λόγους έτυχε της ασυλίας του τσιφλικιού.  Βέβαια ο τσιφλικάς είχε το δικαίωμα της εκδίκασης της υπόθεσης και να απονείμει δικαιοσύνη κατά την κρίση του.  Οι πηγές που έχουμε στα χέρια μας δε μας επιτρέπουν να παρακολουθήσουμε με ιστορική ακρίβεια τις αλλαγές που υφίστατο το φέουδο κατά την εξέλιξή του, ούτε ποια ακριβώς πρόσωπα διαχειρίζονταν κατά περιόδους το αρχοντικό και την επικράτεια. 

  Κατά την περίοδο αυτή έχουμε και άλλες αναφορές για περιηγητές που επισκέφθηκαν τη Νήσου.

  Με το ψευδώνυμο Αλή Μπέης ελ Αμπασσί ( Ali Bey el Abbassi )  κρυβόταν ένας Ισπανός περιηγητής, ο ντον Ντομίνκο Μπατία-ι- Λεϊπλίχ ( don Domingo Badia-y-Leyblich ).Είχε ζήσει αρκετά χρόνια στο Παρίσι και στις αρχές του 19ου αιώνα ξεκίνησε για ένα μεγάλο ταξίδι στην Ανατολή, οπότε πέρασε και από την Κύπρο, στην οποία παρέμεινε από τις 7 του Μάρτη μέχρι τις 12 του Μάη του 1806. Αφού επισκέφτηκε το μοναστήρι της Αγίας Θέκλας, πέρασε, αναφέρει, ένα ρυάκι και γύρω στις τρεις το μεσημέρι είδε το χωριό Πέρα Χωριό ( Teraforio ) και ακολούθως στα δεξιά ένα άλλο χωριό, ονομαζόμενο  Disdar Keuy  ( δηλαδή τη Νήσου ). 

Ο Άγγλος Γούλλιαμ Τέρνερ ( William Turner ) , που υπηρέτησε ως διπλωμάτης της χώρας του στην οθωμανική αυτοκρατορία, έφτασε στην Κύπρο το Μάρτιο του 1815 και αναφέρει στο ημερολόγιό του, που εξεδόθη στο Λονδίνο στα 1820, πως πέρασε από το χωριό Τσέρι και το μεσημέρι έφτασε στο χωριό της Νήσου ( Neson ), όπου σταμάτησε για να γευματίσει. Ήταν, αναφέρει, ένα πολύ ωραίο χωριό, γεμάτο καρπερούς κήπους και χωράφια με βαμβάκι, αρδευόμενα από ένα βουνίσιο ρυάκι με άφθονο νερό που τα διασχίζει και περιβάλλεται από καστανόχρωμα βουνά, που σχηματίζουν μια ωραία αντίθεση με τις καλλιέργειες. Τελικά το εγκατέλειψε με λύπη.                                                                                               

  Μια μαρτυρία κατοίκου αναφέρει ότι το 1821,  κύριος του τσιφλικιού ήταν κάποιος ιερωμένος, ο οποίος μάλιστα απαγχονίστηκε κατά τα επεισόδια της 9ης Ιουλίου 1821 στη Λευκωσία, όταν δηλαδή οι Τούρκοι απαγχόνισαν τον Αρχιεπίσκοπο της Κύπρου, Κυπριανό, για να καθηλώσουν οποιοδήποτε εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα που θα σημειωνόταν στο νησί με κίνητρο την έκρηξη της ελληνικής επανάστασης στον ελλαδικό χώρο.

Ο ιερωμένος λοιπόν εκτελέστηκε αλλά κινδύνευε άμεσα και ο γιος του.  Τότε επενέβη έξυπνα και διπλωματικά ο Γάλλος Πρόξενος στην Κύπρο ( φράγκικης καταγωγής ) και πήρε στα χέρια του το τσιφλίκι μέσω του γιου του ιερωμένου ( αναγκαστική αγορά ή χάρισμα ; ),  για  να τον γλιτώσει από τις σπάθες των Τούρκων. Σύμφωνα μ ’αυτήν τη μαρτυρία, από το 1821 μέχρι και το 1908,  το τσιφλίκι βρισκόταν στα χέρια του Γάλλου Πρόξενου στην Κύπρο, γνωστού στους ντόπιους ως ο Φράγκος ή Βράγκος.

  Αξιοσημείωτη είναι και η πληροφορία ότι κατά το 19ο αιώνα στην περιοχή της Νήσου, κατείχε τεράστια κτηματική περιουσία ο φράγκικος συνασπισμός των Λαπιέρ και Ματτέι. 

Έτσι φτάνουμε στις αρχές του 20ου αιώνα, οπότε , σύμφωνα με μαρτυρία ηλικιωμένου προσώπου της κοινότητας,  ο Φράγκος που ήταν άτεκνος, διαλύει το τσιφλίκι και το υποθήκευσε  σε Τράπεζα, στη Λευκωσία. Τότε ένας πλούσιος Κερυνειώτης με το όνομα Σαββίδης ( κατά άλλους αναφέρεται το όνομα των Μιλιανίδιων ) περνά το τσιφλίκι στην κατοχή του. 

  Όταν ο αρχιεπίσκοπος Κύριλλος ο Β′,  γνωστός ως Κυριλλάτσος, που υπήρξε κάτοχος του αρχιεπισκοπικού θρόνου από το 1909 μέχρι το θάνατο του στα 1916, επισκέφτηκε το Πέρα Χωριό, κάθισε να ξεκουραστεί σε ένα καφενείο της εποχής που βρισκόταν απέναντι από την εκκλησία της Αγίας Μαρίνας. Στη συνέχεια ρώτησε τους χωριανούς για να τους παράσχει κάποια οικονομική βοήθεια και αυτοί τον παρακάλεσαν να μεσολαβήσει για να περιέλθει το τσιφλίκι στα χέρια τους. Ο αρχιεπίσκοπος τα κατάφερε και το τσιφλίκι του Φράγκου περιήλθε στα χέρια 12 κατοίκων, χριστιανών τούτη τη φορά. Έτσι το τσιφλίκι του Φράγκου αρχίζει να διαμελίζεται και να περνά στα χέρια διαφόρων ντόπιων ιδιοκτητών.  Αναφέρονται τα ονόματα των Βρίκκη, Χατζη – Παντελή, Χατζη – Ιωνά, Κωνσταντή Χ’’ Παπά, Γιαννή Παπουή, Ττοουγλή Παπουή, Αδάμου,  Περίφημου. 

Επειδή το έδαφος της Νήσου ήταν πολύ εύφορο, εκτός από το μεγαλοτσιφλίκι του Φράγκου, υπήρχαν ακόμα δυο μεγάλα τσιφλίκια που τα διοικούσαν Τούρκοι εφέντηδες και τα οποία  πολύ  πιθανόν να δόθηκαν σ’ αυτούς με την κατάληψη της Κύπρου  από τους Τούρκους          ( 1570 ). Το ονόματα ιδιοκτητών που θα αναφερθούν αντιστοιχούν στα τελευταία 150 χρόνια. 

Έτσι έχουμε το τσιφλίκι του Χατζιαλεφέντη που εκτείνεται από το κυπαρίσσι του Φράγκου προς τα δυτικά του χωριού και από εκεί αρχίζει το τσιφλίκι του Χατζιηκκιαμήλη που περιλαμβάνει την περιοχή του Αϊ - Γιώρκη και την πηγή καθώς και την τοποθεσία Δεκαπέντε Σκάλες. Φυσικοί κληρονόμοι του Χατζιάλεφέντη  ήταν ο Ναζούμ εφέντης και η γυναίκα του Νιφιάνου, ο Ιζεπ – μπέης και ο Σιεφκιε – μπέης.  Εύκολα μπορεί να παρατηρήσει κανείς ότι οι εκτάσεις των τσιφλικιών της Νήσου ακολουθούν την κοίτη του ποταμού Γιαλιά, από την περιοχή του Αϊ -Γιώρκη μέχρι και τα δαλίτικα, με απώτερο σκοπό βέβαια την εκμετάλλευση του ποταμού Γιαλιά. Το δίπατο σπίτι του Χατζιαλεφέντη βρισκόταν μέσα στην τοποθεσία Φιντανίκκιν, κοντά στα ερείπια της εκκλησίας της Παναγίας της Χρυσοπερότσας.

 

 

Το Πέρα Χωριό

 Γεωγραφική θέση

  Το Πέρα Χωριό είναι και αυτό χωριό της επαρχίας Λευκωσίας και βρίσκεται κτισμένο στα νότια του ποταμού Γιαλιά απέναντι από τη Νήσου.

 

Ονομασία

  Το Πέρα Χωριό φαίνεται να οφείλει την ονομασία του στη θέση του σε σχέση με τη Νήσου, ως το χωριό που βρίσκεται πέρα από τον ποταμό.

Φαίνεται ότι το φέουδο της Νήσου δεν αποτέλεσε μόνο γι’αυτή το ιστορικό πλέγμα των νεότερων χρόνων, αλλά αποτέλεσε και την αρχή του νήματος για την εξέλιξη της ιστορίας του Πέρα Χωριού από το μεσαίωνα και μετέπειτα.

  Όπως υποστηρίχτηκε πιο πάνω, η Νήσου υπήρξε, στα πρώτα στάδια τουλάχιστον, η μητρόπολη του νέου οικισμού που έστειλε το πρώτο έμψυχο υλικό για τη δημιουργία του και στη συνέχεια πλαισιώθηκε από οικιστές από άλλα χωριά, που αποζήτησαν εργασία στο τσιφλίκι.  Οι οικογενειακοί, περιουσιακοί, συναισθηματικοί δεσμοί των οικιστών – Περαχωριτών με τη μητρόπολη – Νήσου ήταν από την πρώτη στιγμή αδιάρρηκτοι και διατηρήθηκαν μέσα από τους αιώνες ανεξίτηλοι. Οι στενότατες σχέσεις ακόμα και σήμερα των δυο κοινοτήτων σε όλους τους κοινοτικούς και διοικητικούς τομείς είναι ατράνταχτη απόδειξη της ιστορικής εξέλιξης των δυο χωριών. 

 

Γεωλογικά – Κτηματολογικά στοιχεία 

  Το έδαφος του Πέρα Χωριού παρουσιάζει την ίδια γεωλογία με αυτή της Νήσου.  Η έκταση του δε, φτάνει τις 6.456 σκάλες.

 

Πληθυσμιακά στοιχεία 

  Όπως ακριβώς και στην περίπτωση της Νήσου, έτσι και εδώ, τα πρώτα επίσημα στοιχεία απογραφής του πληθυσμού ανάγονται στα πρώτα χρόνια της Αγγλοκρατίας. Το 1881 οι κάτοικοι ήταν 356 ( λιγότεροι κάτοικοι συγκριτικά με το αντίστοιχο έτος για τη Νήσου που ήταν 471 ). Το 1891 μειώθηκαν σε 286 αλλά αυξήθηκαν στους 345 το 1901, στους 367 το 1911, στους 420 το 1921, στους 465 το 1931, στους 566 το 1946, το 1960 ανήλθαν στους 785 και στους 824 το 1973. Μετά την τουρκική εισβολή το χωριό δέχτηκε ένα μεγάλο αριθμό προσφύγων και δημιουργήθηκαν συνοικισμοί αυτοστέγασης. Το 1976 οι κάτοικοι μαζί με τους πρόσφυγες έφτασαν τους 1071 που αυξήθηκαν σε 1650 το 1982. Σήμερα ο αριθμός των κατοίκων ξεπερνά τις 2400.  

 

Ιστορικά στοιχεία 

   Η περιοχή που εκτείνεται από το μοναστήρι των Αγίων Αποστόλων  προς το ξωκλήσι του Αγίου Γεωργίου πιστεύεται ότι αποτελούσε αρχαίο οικισμό.   Η εικασία αυτή στηρίζεται στο ότι στην περιοχή αυτή βρέθηκαν πολλοί “ σπήλιοι ” ( τάφοι ).  Αυτοί ανακαλύφτηκαν είτε τυχαία είτε κατόπιν  εξορμήσεων από κατοίκους των χωριών, λόγω της αμάθειας και της φτώχειας δεν είχαν πολιτιστική συνείδηση, με αποτέλεσμα να ανοίγονται και να συλούνται αρχαία μνημεία, για να πουληθούν σε αρχαιοκάπηλους,  Κύπριους και ξένους, για λίγες πενταροδεκάρες. Γνωστός υπήρξε ο Περίφημος, ο οποίος με μια μακριά σμίλη μήκους 2- 3 μέτρων έγινε ειδικός στον εντοπισμό τέτοιων αρχαίων τοποθεσιών και όπως μας αναφέρουν πρόσωπα που κουβέντιασαν μαζί του, έβρισκε διάφορα αγγεία και ακόμα σκελετούς που έφεραν διάφορα κοσμήματα. Ο Περίφημος φαίνεται να είχε οργώσει το λόφο Μούττη και Κουπέ και να είχε βρει αρκετά αρχαία. Αυτοί που δρούσαν πονηρά στον τομέα αυτό ήταν οι αρχαιοκάπηλοι γιατί ήταν οι μόνοι που γνώριζαν την πραγματική αξία των ευρημάτων. Οι φτωχοί χωρικοί το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν να μπορέσουν να θρέψουν τα παιδιά τους και στη μικρή τους κοινωνία τους ζήλευαν για την ικανότητα τους να εντοπίζουν τους αρχαίους τάφους παρά να τους μέμφονται. 

   Σε μια άλλη περίπτωση αναφέρεται ότι σε ελαιώνα κοντά στο παλιό δημοτικό σχολείο, το υνί παρέσυρε στο πέρασμά του και έβγαλε στην επιφάνεια δυο μαρμάρινες πλάκες,  που πιστεύεται ότι ήταν πλακόστρωτο δάπεδο αρχαίας κατοικίας. 

  Σε μεσαιωνικές πηγές δεν αναφέρεται το Πέρα Χωριό.  Η έκταση του πρέπει να ανήκε στο φέουδο της Νήσου,  όπως μας βοηθά η μαρτυρία του Βουστρώνιου.   

  Ο G. Jeffry ( 1918 μ.Χ. ) θεωρεί ότι κατά τα μεσαιωνικά χρόνια είναι πολύ πιθανόν να κατοικούσαν στην περιοχή οι πάροικοι της Νήσου που εργάζονταν στο μεγάλο φέουδο και το αρχοντικό των Φράγκων ευγενών. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από πληροφορίες που μας έδωσαν σύγχρονοι ηλικιωμένοι κάτοικοι, σχετικά με ονόματα παλιών οικογενειών που έφτασαν στη Νήσου από διάφορα χωριά,  για να βρουν εργασία στο φέουδο.  Τα ονόματα αυτά πρέπει να τα θεωρήσουμε ως γενεές και όχι να τα ταυτίσουμε με σύγχρονες οικογένειες που φέρουν τα ονόματα που ακολουθούν.  Ίσως μάλιστα μερικά ονόματα να εκλείπουν σήμερα ή και κάποια να μην έφτασαν σε μας , για ευνόητους λόγους : 

bullet

Οικογένεια  Γιαννή Καυκαλιά από Λυθροδόντα.

[ Λέγεται πως ο ίδιος ο Γιαννής κατάφερε να πολλαπλασιάσει τα πρόβατά του και να τα ανεβάσει στον αριθμό 1000 ( χίλια ), με αποτέλεσμα να γίνει κάτοχος της χρυσής κουδούνας, δείγμα πλούσιου ανθρώπου για την εποχή εκείνη ]. 

bullet

Οικογένεια  Κυριάκου Κούσουλου από Αγία Βαρβάρα.

bullet

Οικογένεια  Κακουλλή Τριλλίδη από το Τσέρι.

bullet

Οικογένεια  Ττοφή Γιαννή από Ακανθού.                                                                 

bullet

Οικογένεια Μιχαήλ Χ’’ Κακουλλή από το Τσέρι.

bullet

Οικογένεια Θεοδούλου Κόλοκου.

bullet

Οικογένεια Λευτέρη Δεληγιάννη από Αθηένου.

bullet

Οικογένεια Προκομμένου από Αγία Βαρβάρα.

bullet

Οικογένεια Κινέζων.

bullet

Οικογένεια Κουρουνάδων.

bullet

Οικογένεια Καμμά.

bullet

Οικογένεια Κουτσο – Μιχαήλη ( Ζαντήρα ) από Λυθροδόντα.

 

    Αν θεωρήσουμε λοιπόν ότι κάποιοι μακρινοί τους πρόγονοι, από τους πιο πάνω, ήρθαν για εξεύρεση εργασίας στο φέουδο και αναμείχτηκαν με τους ντόπιους και έφτιαξαν οικογένειες, δημιούργησαν σιγά σιγά  το Πέρα Χωριό. Κάτι που δεν πρέπει να αφήσουμε απαρατήρητο είναι το γεγονός ότι στο Πέρα Χωριό δεν υπήρχαν πολλοί Τουρκοκύπριοι.

  Η παράδοση αναφέρει ότι η Αγία Μαρίνα, με την ομώνυμη εκκλησία της στο χωριό, δεν ήθελε τους Τουρκοκύπριους που ήταν αλλόθρησκοι ( μουσουλμάνοι )  και αν  κάποιος ερχόταν απ' αυτούς για μόνιμη εγκατάσταση, του φανερωνόταν στον ύπνο του και του έκανε συστάσεις  για να εγκαταλείψει το χωριό.

  Στη “ Μεγάλη Κυπριακή εγκυκλοπαίδεια ” ( τόμος 11, σελίδα 265) υπάρχει καταγραμμένη η ακόλουθη άποψη για το όλο θέμα και την οποία αναφέρουμε ως έχει: 

“  Η άποψή μας είναι ότι πιθανότατα ο οικισμός του Πέρα  Χωριού ιδρύθηκε  μετά την τουρκική κατάκτηση της Κύπρου ( 1570 – 1571 μ.Χ. ), όταν πλέον στον οικισμό της Νήσου εγκαταστάθηκαν και αρκετοί Τούρκοι.  Οι εγκατασταθέντες Τούρκοι φαίνεται ότι είχαν εκτοπίσει Έλληνες κατοίκους της Νήσου, αρκετοί από τους οποίους εγκαταστάθηκαν τότε σε κτήματα πέραν του ποταμού, σχηματίζοντας εκεί ένα νέο οικισμό, το Πέρα Χωρκόν.  Γι’αυτό το χωριό είναι αμιγώς ελληνικό, ενώ η γειτονική Νήσου ( που απαντάται σε μεσαιωνικές πηγές ) είναι μεικτό χωριό.” 

  Εάν δεχτούμε την άποψη αυτή, αναφύεται το ερώτημα γιατί οι Τούρκοι απέφευγαν να επεκταθούν οικιστικά ή ακόμα και περιουσιακά ( ίσως με εξαίρεση κάποιες μονάδες ) στο νέο οικισμό ;  Ποιοι λόγοι συνέβαλαν στη δημιουργία αυτής της τάσης των Τούρκων της Νήσου;  Γνωρίζουμε ήδη ότι το μεγάλο τσιφλίκι πρέπει να επεκτεινόταν και στα προάστια της Νήσου.  Μεταξύ των νεοφερμένων Τούρκων, που όπως και να το κάνουμε ήταν οι κατακτητές και οι άδικοι για τους Ελληνοκύπριους, αφού με διάφορους τρόπους  εξαναγκασμού πέρασαν στα χέρια τους ικανό αριθμό περιουσίας των Ελλήνων, προσπάθησαν να πλαισιώσουν όσο το δυνατό εδαφικά πλησιέστερα το αρχοντικό με τον αγα – διοικητή, για να απολαμβάνουν την ασφάλεια από τυχόν κινδύνους που θα μπορούσαν να προκύψουν από τους κατακτημένους ( έστω και σε επίπεδο ατομικών διαφορών και μικροσυμπλοκών ). Εξάλλου, δεν ήταν τυχαίο που οι Τούρκοι μετονόμασαν τη Νήσου “ φρουρό του κάστρου ” Disdar Keuy,  γιατί αυτοί οι νεοφερμένοι αποτελούσαν τη στενή φρουρά του αρχοντικού σε ώρα κινδύνου.

     Επίσης δεν πρέπει να μας διαφεύγει παράλληλα και το γεγονός ότι η Νήσου υπερέχει ως προς την αφθονία του νερού και την ευφορία του εδάφους σε σύγκριση με το Πέρα Χωριό.  Οπωσδήποτε θα ήταν και αυτός ένας σοβαρός παράγοντας, καθώς και το ότι οι νεοφερμένοι Τούρκοι βρήκαν και έτοιμη καλλιεργήσιμη γη με όλα τα τότε μέσα για την καλύτερη εκμετάλλευσή της. 

  Ο νέος οικισμός του Πέρα Χωριού για να καταστεί γεωργικά εκμεταλλεύσιμος χρειαζόταν οπωσδήποτε εργατικά χέρια και χύσιμο αρκετού ιδρώτα, καθώς και υποτυπώδες αρδευτικό σχέδιο και όλα τα σχετικά.  Καθόλου δηλαδή εύκολη υπόθεση για κάποιον που θα του παρεχωρείτο, έστω και δικαιωματικά, ένα κομμάτι χέρσας γης.

  Οι Έλληνες και Τούρκοι μισταρκοί της Νήσου που εγκαταστάθηκαν στο Πέρα Χωριό έπρεπε να αγωνιστούν για να ζήσουν. Έτσι λοιπόν απέφευγαν να επεκταθούν έξω από τα στενά όρια του τσιφλικιού και για λόγους ασφάλειας, ιδιαίτερα στα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας, πράγμα το οποίο απέβη μια καθεστηκυία κατάσταση,  με πολύ μικρές εξαιρέσεις κατά καιρούς. Οι κάτοικοι , βέβαια,  αυτή τη “ σιωπηρά συμφωνημένη κατάσταση ” την απέδωσαν μέσα από τις θρησκευτικές τους διαφοροποιήσεις.

  Εξάλλου, οι σύγχρονοι κάτοικοι αναφέρουν ότι πέραν από το Γιαλιά κτίστηκαν αρχικά (το μεσαίωνα ; ) τα παραπήγματα και οι μάντρες των κατοίκων της Νήσου που ήταν “μισταρκοί ” των εφέντηδων και δεν αποκλείεται με την εγκατάσταση των Τούρκων στο χωριό ( τουρκική κατάκτηση της Κύπρου το 1570 – 1571 μ.Χ. ), μερικοί κάτοικοι εξαναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη Νήσου είτε γιατί εκδιώχθηκαν με τη βία είτε γιατί δημεύτηκε η περιουσία τους στο κράτος που έπεσε στα τούρκικα χέρια είτε την έχασαν εξαιτίας της τοκογλυφίας από τους Τούρκους εφέντηδες. Κατ’αυτό τον τρόπον είναι πολύ πιθανόν να άρχισε να σχηματίζεται ένας νέος οικισμός, το Πέρα Χωριό.

 

Οι Σχέσεις με τους Σύνοικους Τούρκους 

  Από τα πολύ παλιά χρόνια Τούρκοι και Έλληνες ζούσαν αρμονικά στα δύο χωριά μας.  Όπως αναφέρουν παλιοί συγχωριανοί μας, μερικοί Τουρκοκύπριοι ζούσαν και στο Πέρα Χωριό, σε γειτονιά κοντά στην Αγία Μαρίνα.  Γι’ αυτό εξάλλου υπάρχει και το κοιμητήριο δίπλα από το Α’ Δημοτικό Σχολείο.  Σιγά – σιγά όμως αυτοί εγκατέλειψαν το χωριό και μετοίκησαν στη Νήσου, όπου ζούσαν πάρα πολλοί ομόθρησκοι τους.

  Στη Νήσου όπου σχεδόν ο μισός πληθυσμός ήταν Τουρκοκύπριοι, οι κάτοικοι ζούσαν μεταξύ τους σε συνθήκες φιλίας και συνεργασίας.  Οι Τουρκοκύπριοι, αρμονικά ενταγμένοι στη μικρή κοινωνία του χωριού, ζούσαν ειρηνικά δίπλα από τους Ελληνοκύπριους. Το 1931 σε σύνολο 376 κατοίκων οι Ελληνοκύπριοι ήταν 257 και οι Τουρκοκύπριοι 119. Οι Τουρκοκύπριοι της Νήσου είχαν στην κατοχή τους πάρα πολλή και εύφορη γή (κατάλοιπα από την Τουρκοκρατία ) και έτσι ζούσαν κάτω από ευνοϊκές κοινωνικοοικονομικές συνθήκες.  Όλοι θυμούνται τον Ττασίν, στον οποίο ανήκε το μεγάλο διώροφο σπίτι δίπλα από τον μιναρέ ή τον Χισνί και άλλους που χαρακτηρίζονταν ως “ πλούσιοι τσιφλικάδες ”. 

  Την εποχή εκείνη, των αρχών του 20ου αιώνα, οι δύο εθνότητες συνυπήρχαν και συζούσαν αρμονικά, μακριά από οποιεσδήποτε πολιτικές ή εθνικιστικές σκοπιμότητες.  Οι παλιοί κάτοικοι της Νήσου και του Πέρα Χωριού αναφέρουν συχνά ότι οι Τουρκοκύπριοι πήγαιναν σε γάμους Ελληνοκυπρίων και σε Χριστιανικά πανηγύρια και γλεντούσαν όλοι μαζί.  Το ίδιο έκαμναν και οι Ελληνοκύπριοι στους γάμους των Τουρκοκυπρίων, όπου πήγαιναν στα καφενεία τους για να ακούσουν το νταούλι και το ζουρνά.  Συχνά αναφέρεται ότι όταν γινόταν ένας γάμος Ελληνοκυπρίων, οι Τουρκοκύπριοι βοσκοί φύλαγαν τα πρόβατα των Ελληνοκυπρίων για να μπορούν αυτοί να διασκεδάσουν στο γλέντι, χωρίς την έγνοια του κοπαδιού.  Το ίδιο γινόταν τα Χριστούγεννα και το Πάσχα όταν οι Χριστιανοί πήγαιναν στην Εκκλησία.  Φυσικά οι Ελληνοκύπριοι ανταπέδιδαν την υποχρέωση σε άλλες περιπτώσεις, κυρίως στο μπαϊράμι των Τουρκοκυπρίων.

  Τα παιχνίδια των παιδιών στις γειτονιές ήταν κοινά πολλές φορές, και οι γειτόνισσες αντάλλασσαν άφοβα επισκέψεις για ψιλοκουβέντα, ιδιαίτερα τις κρύες νύκτες του Χειμώνα ή τα μακρινά Καλοκαιριάτικα απογεύματα στα “ στενά ”.  Συχνά οι Τουρκοκύπριες πρόσφεραν τα περίφημα τούρκικα γλυκά στις συγχωριανές τους.

Στα παλαιότερα χρόνια ( πριν από το 1960 ) υπήρχε η συνήθεια όταν μια μάνα αρρώσταινε ή έπρεπε να απουσιάσει για κάποιο λόγο, μια ξένη γυναίκα θήλαζε το παιδί της.  Αναφέρονται περιπτώσεις στα χωριά μας, που Ελληνοκύπρια θήλαζε το παιδί Τουρκοκυπρίας ή το αντίθετο.  Μάλιστα για τους Τουρκοκύπριους αυτό ήταν πολύ σπουδαία πράξη και θεωρούσαν ότι το παιδί που βύζαξαν ήταν και δικό τους παιδί και σύστηναν σ’ αυτό, όταν μεγάλωνε, να μη γυρέψει να παντρευτεί το πραγματικό παιδί της Τουρκοκυπρίας γιατί ήταν σαν τ’ αδέλφια. Βέβαια ανάμεσα στις δύο κοινότητες υπήρχε η σοβαρή διαφορά της θρησκείας που για να γίνει ένας μικτός γάμος έπρεπε ο ένας από τους δύο να αλλάξει την πίστη του, γι’ αυτό και τέτοιοι γάμοι ήταν πολύ σπάνιοι.

  Στη Νήσου αναφέρεται η περίπτωση χριστιανής που αγάπησε κάποιο μουσουλμάνο, οι οποίοι συζούσαν χωρίς να παντρευτούν.  Οι οικογένειες τους, αποδέκτηκαν τη συμβίωση αυτή, από την οποία προέκυψαν και δύο παιδιά.

Ζούσαν λοιπόν αρμονικά Τουρκοκύπριοι και Ελληνοκύπριοι στη Νήσου, όπως βέβαια και σε ολόκληρη την Κύπρο μέχρι που οι πολιτικές σκοπιμότητες των Άγγλων επιδίωξαν και κατάφεραν να εμπλέξουν την Τουρκία στα Κυπριακά πράγματα και εφαρμόζοντας το δόγμα του “ διαίρει και βασίλευε ” κατόρθωσαν να σπείρουν το μικρόβιο της διχόνοιας ανάμεσα στις δύο κοινότητες.  Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο εξελίχτηκαν διάφορα περιστατικά αντιπαράθεσης όπως και στην υπόλοιπη Κύπρο, μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.  Βέβαια  δεν εξέλιπαν και οι προσωπικές αντιπαραθέσεις όπως η περίπτωση του καυγά που εξελίχτηκε μεταξύ του Χριστόδουλου Παπουή και του Τζαμάλη, το 1922 .

  Ο Τζαμάλης, παλλικαράς και νταής, ήταν βοσκός και είχε την μάντρα του στο λόφο του Αγίου Ευτυχίου.  Κοντά στο τρεξιμιό συνάντησε τον Κατσιαντώνη, ένα φιλήσυχο βοσκό, και άρχισε να τον περιπαίζει.  Ο Χριστόδουλος Παπουής βλέποντας τον Τζαμάλη με τους μισταρκούς του Σιεφκή, Ντιγκιζούι και Χιλμή, να κοροϊδεύουν τον Κατσιαντώνη θέλησε να τον υπερασπιστεί, όμως η υπόθεση εξελίχτηκε σε καυγά ανάμεσα στους δύο, οι οποίοι κατέληξαν στον αστυνομικό σταθμό του Δαλιού, όπου “ Τσιαούσιης ” ( λοχίας ) ήταν ο Ιμπραήμ.  Οι Παπουήδες απείλησαν με ανατίναξη του σταθμού αν ο Λοχίας κρατούσε τους δικούς τους στο σταθμό και έτσι η υπόθεση κατέληξε στο δικαστήριο της Λευκωσίας όπου ο Παπουής πλήρωσε πρόστιμο 6( έξι ) Λίρες.

  Κυρίως μετά την κατάλυση του αποικιοκρατικού καθεστώτος στο νησί, Βρετανοί και Τούρκοι κατάφεραν να δημιουργήσουν κλίμα μίσους και διχόνοιας, με αποτέλεσμα πολλές φορές οι δύο πλευρές να φτάσουν σε ακρότητες με εμπρησμούς, συλλήψεις και καταστροφές περιουσιών.  Με απειλές και εκβιασμούς η Άγκυρα και οι εδώ ηγέτες τους εξανάγκασαν τον Τουρκοκυπριακό πληθυσμό να εγκαταλείψει τα σπίτια του στις διάφορες περιοχές της Κύπρου και να εγκατασταθεί στους θύλακες χωριά που έγιναν αμιγώς Τουρκοκυπριακά.

Έτσι και οι περισσότεροι Τουρκοκύπριοι κάτοικοι της Νήσου, εγκαταλείπουν τις περιουσίες τους το 1963 και εγκαθίστανται στους γύρω “ θύλακες ” της περιοχής.  Κάποιοι από αυτούς παρέμειναν μέχρι και το 1974 , οπότε εγκατέλειψαν οριστικά το χωριό τους για να εγκατασταθούν στην κατεχόμενη Κύπρο, πρόσφυγες κι αυτοί στη δική τους πατρίδα.

Τα γεγονότα του 1974 υπήρξαν το επιστέγασμα του διαχωρισμού των δύο Κοινοτήτων και η επιβράβευση των σχεδίων τόσο της Βρεττανίας όσο και της Τουρκίας.

 

Οι Εκτοπισμένοι στο Πέρα Χωριό και Νήσου

  Μετά τα τραγικά γεγονότα του 1974, 200.000 κάτοικοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να βρουν προστασία στις ελεύθερες περιοχές της Κύπρου , ως πρόσφυγες.  Αρκετοί από αυτούς βρήκαν καταφύγιο στο Πέρα Χωριό και στη Νήσου. 

Οι πρόσφυγες που είναι εγκατεστημένοι σήμερα στο Πέρα Χωριό και τη Νήσου ανέρχονται γύρω στους 1500 και αποτελούν περίπου το 40% του πληθυσμού των χωριών μας.  Προέρχονται δε, από 72 διαφορετικά χωριά και πόλεις της κατεχόμενης Κύπρου, τα οποία παραθέτουμε πιο κάτω: Παλαίκυθρο, Πυρόι, Τράχωνας, Βατυλή, Μαραθόβουνος, Έξω Μετόχι, Τύμπου, Άγιος Παύλος, Αγκαστίνα, Κλεπίνη, Ομορφίτα, Γερόλακκος, Μόρφου, Τραχώνι Κυθραίας, Μια Μηλιά, Καλό Χωριό Καπούτι, Κυθραία, Κάτω Ζώδια, Βώνη, Νεάπολη, Γέναγρα, Λύση, Μακράσυκα, Βασίλι, Αγία Τριάδα, Λευκόνοικο, Άσσια, Πηγή, Πραστειό Μόρφου, Λιμνιά, Τρίκωμο, Χάρτζια, Παλιόσοφος, Βουνό, Καραβάς, Πάνω Δίκωμο, Κάτω Δίκωμο, Άγιος Αμβρόσιος, Πέλλαπαϊς, Λάπηθος, Κορμακίτης, Συγχαρί, Ριζοκάρπασο, Συριανοχώρι, Καλοψίδα, Νέο Λιβάδι Μόρφου, Άγιος Νικόλαος Αμμοχώστου, Κοντέα, Αυλώνα, Αφάνεια, Αγία Μαρίνα Σκυλλούρας, Τρεμετουσιά, Κερύνεια, Καλογραία, Φτέρυχα, Φιλιά, Κυρά, Κατωκοπιά, Καϊμακλί, Πεντάγεια, Τρυπημένη, Βοκολίδα, Καρακούμι, Στρογγυλός, Άγιος Βασίλειος, Αμμόχωστος, Άγιος Επίκτητος, Αγία Ειρήνη Κερύνειας, Πραστειό Αμμοχώστου, Βασίλεια, Βαβυλάς. 

  Σύμφωνα με πληροφορίες της Υπηρεσίας Εκλογών μέχρι τις 25.1.1999 οι πρόσφυγες που κατοικούν στο Πέρα Χωριό, προέρχονται από τις πιο κάτω επαρχίες ως εξής:

Επαρχία Λάρνακας            1

      ″      Λευκωσίας       231

      ″      Κερύνειας        170

      ″      Αμμοχώστου   140

                                     -------

             Σύνολο              542

                                     ====

 Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία οι πρόσφυγες που κατοικούν στη Νήσου, προέρχονται από τις πιο κάτω επαρχίες ως εξής:

Επαρχία Λάρνακας          -

      ″      Λευκωσίας      160

      ″      Κερύνειας         75

      ″      Αμμοχώστου    78

                                     ------

             Σύνολο             313

                                     ==== 

      Αμέσως μετά την εισβολή του 1974 αρκετοί πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν σε τουρκοκυπριακά σπίτια στη Νήσου και άλλοι φιλοξενήθηκαν από αυτόχθονες κατοίκους.  Η καλή γεωγραφική θέση του Πέρα Χωριού και της Νήσου, η απόφαση της κυβέρνησης για δημιουργία συνοικισμών, η φιλική στάση των αυτοχθόνων προς τους πρόσφυγες ήταν στοιχεία που τους ώθησαν να παραμείνουν στο χωριό και να ξαναφτιάξουν εδώ τη ζωή τους.  Χρόνο με το χρόνο, οι πρόσφυγες που έρχονταν για να εγκατασταθούν στα χωριά μας ολοένα και αυξάνονταν.  Σύντομα ενσωματώθηκαν με τους υπόλοιπους κατοίκους του χωριού.  Στα σχολεία, στις εκκλησίες, στα καφενεία, στα γήπεδα, στα σωματεία αυτόχθονες και πρόσφυγες ζουν πλάι πλάι και δημιουργούν μεταξύ τους φιλικούς δεσμούς. 

Μετά από 25 χρόνια συμβίωσης υπάρχουν πολλά στοιχεία που τους δένουν.  Σ’ αυτό βοήθησαν και οι πολλοί γάμοι που έγιναν μεταξύ των αυτοχθόνων και των προσφύγων κατοίκων.  Με τα συμπεθεριά οι σχέσεις τους έγιναν ακόμα πιο στενές.  Σήμερα ένα μεγάλο ποσοστό των παιδιών των προσφύγων παντρεύονται και παραμένουν εδώ. 

Θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε ότι οι πρόσφυγες συμμετέχουν τόσο στο Κοινοτικό Συμβούλιο με δύο μέλη αλλά και σε διάφορες άλλες επιτροπές.  Παρόλα αυτά, οι πρόσφυγες δεν ξεχνούν ποτέ την κατεχόμενη γη τους.

      Η εγκατάσταση εδώ θεωρείται προσωρινή γιατί σίγουρα δεν μπορεί να συγκριθεί με το δικό τους χωριό.  Ο πόθος για επιστροφή στις πατρογονικές τους εστίες παραμένει αναλλοίωτος όσα χρόνια κι’αν περάσουν.

 

 

Επιστροφή στην Αρχή

 

Για ερωτήσεις ή σχόλια για την ιστοσελίδα μας στείλτε μας  email  στο:   webmaster@perachorio-nissou.org.cy     Τελευταία Ενημέρωση:  10/01/12